Στην Ελλάδα λέγεται με καμάρι ότι στη χώρα μας, όπως και στις γείτονες χώρες της Μεσογείου, οι οικογένειες είναι πολύ δεμένες μεταξύ τους, ενώ στις χώρες του βορρά οι ‘κρύοι’ ευρωπαίοι δεν νοιάζονται το ίδιο για το ‘θεσμό της οικογένειας’.
Πράγματι, στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες οι σχέσεις γονιών και παιδιών χαλαρώνουν μετά την ενηλικίωση. Αυτό όμως δεν οφείλεται σε έλλειψη κάποιας ορμόνης οικογενειακής πίστεως, όπως αρέσκονται να πιστεύουν οι συντοπίτες μας. Στην πραγματικότητα, ο λόγος γι’ αυτό είναι η ύπαρξη μιας εύρυθμης και αξιόπιστης κρατικής λειτουργίας, η οποία παρέχει στο νέο ενήλικο τα απαραίτητα εχέγγυα για την ανεξαρτητοποίησή του. Έτσι, η οικογένεια, το ‘κύτταρο’ της κοινωνίας, περιορίζεται, ορθά, στον πραγματικό ρόλο της ανατροφής των νέων ατόμων της κοινωνίας, όσο αυτά είναι ακόμη μικρά, ενώ στη συνέχεια η κοινωνία μπορεί να τα αποδεχθεί, να τα υποστηρίξει και να ωφεληθεί συνάμα από αυτά, ως ώριμους και υπεύθυνους νέους πολίτες της.
Αυτό βέβαια προϋποθέτει την παροχή μιας ικανής προς αυτό το σκοπό εκπαιδευτικής προετοιμασίας, τη διάθεση θέσεων εργασίας και την οικονομική γενικά υποστήριξη του ατόμου, ώστε αυτό να ενσωματωθεί με επιτυχία στο κοινωνικό κρατικό σύνολο, και να ανταποδώσει τις παραπάνω παροχές, με τα ωφελήματα της εργασίας του και της ενεργούς πολιτικής παρουσίας του.
Τότε μόνο ολοκληρώνεται στην ουσία ο απογαλακτισμός του, ο οποίος αντιμετωπίζεται με ικανοποίηση και από τις δύο μεριές, και των γονιών και του παιδιού. Το σημαντικότερο, ο οικογενειακός δεσμός, μέσα στον οποίο το νέο άτομο ανατράφηκε και αυτοπροσδιορίστηκε, δίνει τη θέση του στο δεσμό του ατόμου με την κοινωνία, μεταξύ των οποίων δημιουργείται μια (νέα) σχέση εμπιστοσύνης, κοινών στόχων και προσπαθειών.
Φυσικά, τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο ιδανικά, είναι όμως γεγονός ότι μια ώριμη και υπεύθυνη κοινωνία δημιουργεί τις παραπάνω συνθήκες ανεξαρτητοποίησης των νέων πολιτών της, την οποία υποστηρίζει και από την οποία επωφελείται. Γι’ αυτό και στις χώρες που υπάρχουν οι βασικές δυνατότητες ατομικής αυτονόμησης, η οικογένεια περνάει σε δεύτερο ρόλο, και τα μέλη της (γονείς και παιδιά) καλλιεργούν την προσωπική, ανεξάρτητη πορεία τους.
Τι συμβαίνει όμως, όταν σε ένα κράτος δεν υπάρχει η κατάλληλη υποδομή, που να επιτρέπει την αυτόνομη αξιοπρεπή υπόσταση των ατόμων-πολιτών του; Όταν δηλαδή δεν μπορεί να υποστηρίξει την οικονομική ανεξαρτησία τους, από τη μία, αλλά και ούτε εμπιστοσύνη σε κοινούς στόχους και σε μια αξιόπιστη κρατική λειτουργία μπορεί να δημιουργήσει, από την άλλη; Τότε, μοιραία, τις παραπάνω λειτουργίες συνεχίζει να επιτελεί η οικογένεια, και μετά την ενηλικίωση των νεότερων μελών της.
Και οι γονείς, πιστοί στο οικογενειοκρατικό μοντέλο που κληρονόμησαν, αναλαμβάνουν πρόθυμα, πέραν από την ευθύνη της ανατροφής, και τον ρόλο της αποκατάστασης των παιδιών τους. Κι όλα αυτά, σε μια σχέση εξάρτησης που απέχει παρασάγγας από μια ‘ανιδιοτελή αγάπη’, και αγγίζει δυσθεώρητες συναισθηματικές και όχι μόνο δοσοληψίες.
Στην πράξη αυτό σημαίνει, όπως το ζούμε στη βαθιά οικογενειοκρατική χώρα μας, ότι οι γονείς θα υποστηρίξουν οικονομικά τις σπουδές των παιδιών τους και στη συνέχεια θα φροντίσουν να τους βρουν μια ‘αξιοπρεπή’ δουλειά (αν ‘αξιοπρεπής’ δουλειά δεν βρίσκεται, τότε θα φροντίσουν να παρέχουν ένα ‘αξιοπρεπές’ χαρτζιλίκι). Επίσης οι γονείς συνδράμουν (αν δεν αναλαμβάνουν εξολοκλήρου) τις σοβαρές οικονομικές υποχρεώσεις των παιδιών τους, όπως η αγορά αυτοκινήτου και ακινήτου. Ο σημαντικότερος όμως, ρόλος στην (ενήλικη) ζωή των παιδιών τούς επιφυλάσσεται όταν αυτά αποκτήσουν τα δικά τους παιδιά: Τότε οι γονείς αναλαμβάνουν κυρίαρχο ρόλο στην ανατροφή των εγγονιών τους, τα οποία αγκαλιάζουν ως τα ‘νέα παιδιά’ τους.
Φυσικά, όλες οι παραπάνω οικογενειακές ‘παροχές’ δεν αποτελούν γονεϊκούς καταναγκασμούς, μα τα ‘παιδιά’ τις αποδέχονται με μεγάλη ευχαρίστηση, πληρώνοντας το ισόβιο τίμημα της εξάρτησης κι ενοχικής υπακοής στις γονεϊκές ατέλειωτες προσταγές.
Τι μπορεί όμως, να περιμένει κανείς από ένα κράτος, το οποίο στην ουσία έχει αντικατασταθεί από το μηχανισμό της οικογένειας; Πολίτες με μηδενική κοινωνική συνείδηση, ταμπουρωμένους στα ατομικά και οικογενειακά τους μικροσυμφέροντα, εξαρτημένους οικονομικά και ψυχικά από οιδιπόδειες υδροκέφαλες σχέσεις που θα έπρεπε να έχουν κλείσει τον κύκλο τους πολλά χρόνια πριν.
Κι όμως, το κράτος –το δυσλειτουργικό, ανεπαρκές κράτος– βγαίνει κερδισμένο από την παραπάνω κατάσταση: από τη μία, διότι οι βασικές του ευθύνες και υποχρεώσεις μετακυλίονται στους ίδιους τους πολίτες, οι οποίοι, δρώντας στο σχήμα της οικογένειας, καλούνται να τα κάνουν όλα μόνοι τους. Από την άλλη, οι ανώριμοι, ευθυνόφοβοι και φοβικά προσκολλημένοι στην οικογενειακή σκέπη νέοι πολίτες, αποτελούν το ιδανικό μοντέλο που ποτέ δεν θα αντιδράσει και δεν θα διεκδικήσει τα δικαιώματα και τις παροχές που το κράτος του οφείλει. Ούτε και θα απειλήσει την κρατική εξουσία και σταθερότητα.
Κάπως έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος παραγωγής δυσαρεστημένων, μα ανίκανων να αντιδράσουν πολιτών, οι οποίοι περαιτέρω (και κατά το ‘αγαστό’ γνωστό μας τρίπτυχο) καταπίνουν εύκολα το χρυσό χάπι των εθνικιστικών και θρησκευτικών κορόνων που τους παρέχονται απλόχερα. Γιατί το επόμενο στάδιο μιας απογοητευτικής και αδιέξοδης κοινωνικής ζωής είναι η αναζήτηση στόχων και ιδανικών σε θεωρητικά σχήματα και κούφιες ιδέες, όπως είναι τελικά η «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».
Ροζίτα Σπινάσα
Αυτό το θέμα είναι και το πιο επίκαιρο στη χώρα μας. Όλοι είδαμε πόσο καλά δούλεψε η τηλε-εκκλησία με το τηλε-πένθος του Χριστόδουλου. Και η θρησκεία, που πρόκειται στην ουσία για μια συλλογική πεποίθηση, βρίσκεται σε άμεση σχέση με τη λειτουργία της κοινωνίας και τον τρόπο ζωής των μελών της. Όσο πιο ελεύθερα λειτουργεί μια κοινωνία, τόσο πιο ανοιχτή είναι η θρησκεία, και το αντίστροφο - για παράδειγμα θα επικαλεστώ και πάλι την αρχαία πόλη-κράτος και το δωδεκάθεο, μια απόλυτα χαλαρή και ανθρωποκεντρική μορφή θρησκείας.
Η θρησκεία λοιπόν, δηλαδή η άλογη πίστη σε μια ανώτερη δύναμη και αποδοχή των οδηγιών διαβίωσης που αυτή θέτει, παραμερίζει το στοιχείο της λογικής και λειτουργεί στο θυμικό του ανθρώπου. Σε αυτό αφορά και αυτό πραγματεύεται, ανάλογα με τη θέση που παίρνει η κάθε θρησκεία απέναντι στη ζωή. Σε αυτό το σημείο όμως, σημασία δεν έχουν τα αρχικά δόγματα και πεποιθήσεις του ιδρυτή της, μα η εξέλιξή της στο χρόνο, δια μέσου της εκκλησίας, η οποία την εκπροσωπεί και τη διαχειρίζεται.
Μια εξέλιξη που στη συντριπτική πλειοψηφία των θρησκειών παγίωσε έναν ακόμα θεσμό εξουσίας, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση του βαθύτερου, αρχέγονου ανθρώπινου φόβου: Του αναπόφευκτου θανάτου και του τι περιμένει τον άνθρωπο μετά από αυτόν. Όσον αφορά τη θρησκεία των δυτικών κρατών, ο χριστιανισμός, σε αγαστή συνεργασία με τις μοναρχικές εξουσίες των κρατών του μεσαίωνα, βούτηξε για αιώνες τα ανίσχυρα άτομα στο φόβο και τις τύψεις της αμαρτίας.
Με τις αρχικές κατευθύνσεις του χριστιανισμού να χάνουν το αρχικό νόημά τους και να καταλήγουν σε όργανα σκοταδισμού και απαγόρευσης στην ουσία κάθε ελεύθερης και κριτικής σκέψης, μέχρι που ο διαφωτισμός ανακάλυψε κι αναστύλωσε το μοντέλο του ελεύθερου-σκεπτόμενου πολίτη. Αυτό που τέθηκε πλέον ως ζητούμενο, είναι η ύπαρξη ελεύθερης σκέψης, απαλλαγμένης από σκοταδιστικούς φόβους και δεισιδαιμονίες.
Η απελευθερωτική αυτή εξέλιξη επηρέασε, όπως ήταν φυσικό, και την κρατική δομή και λειτουργία: Από το κράτος απαιτήθηκε μια λειτουργία ορθολογική και διαφανής, που να εξασφαλίζει για τους πολίτες παροχές και ωφελήματα που να δικαιολογούν επαρκώς την ύπαρξη και τη λειτουργία του. Σε αυτήν την περίπτωση, ο κρατικός σχηματισμός δεν φοβάται την ελεύθερη και κριτική σκέψη των πολιτών του - αντιθέτως, τη χρειάζεται και την καλλιεργεί, ώστε να ωφεληθεί από αυτή, να βελτιωθεί και να προοδεύσει.
Όταν όμως, το κράτος δεν ανταποκρίνεται σε μια λειτουργία αποδεκτή κι ωφέλιμη για τους πολίτες του, κι αδυνατεί, λόγω έλλειψης κοινών συμπαγών στόχων και λειτουργικής ανεπάρκειας, να εμπνεύσει στα μέλη του εμπιστοσύνη κι αποδοχή, τότε χρειάζεται το μηχανισμό ελέγχου της σκέψης, τον οποίο εξυπηρετεί άριστα μια συγκεντρωτική και φοβική θρησκεία.
Έτσι, σε ένα τέτοιο κράτος, η επιβολή της θρησκευτικής πίστης μέσω μιας δεσποτικής εκκλησίας αποτελεί σύμμαχο της διατήρησης της κρατικής σταθερότητας και συνοχής, ενώ αντιθέτως, πολίτες με μηδενική θρησκευτική συνείδηση και πνεύμα αμφισβήτησης αντιμετωπίζονται ως άμεση απειλή για τη διατήρηση της κρατικής σταθερότητας.
Γι’ αυτό το λόγο και βρίσκουμε μεγάλες διαφοροποιήσεις στην αντιμετώπιση, μα και το συσχετισμό της θρησκείας με την κρατική εξουσία: Ένα κράτος που λειτουργεί σωστά και αποδοτικά, δεν φοβάται να έχει ελεύθερα σκεπτόμενους πολίτες - γι’ αυτό και το ζήτημα της θρησκευτικής πίστης δεν το αφορά άμεσα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σέβεται ή δεν αποδέχεται την ανθρώπινη –ατομική– επιλογή της θρησκευτικής πίστης, με την έννοια της πνευματικότητας. Μα ότι τη σέβεται και την αποδέχεται με τον ίδιο τρόπο που σέβεται και αποδέχεται και την επιλογή της αθεΐας, γιατί ακριβώς η ελεύθερη και κριτική σκέψη, που αυτή υποδηλώνει, δεν απειλεί την κρατική συσπείρωση και συνοχή.
Όταν όμως, η διαχείριση της κρατικής εξουσίας καταλήγει σε κοινωνική αδικία και λειτουργική ανεπάρκεια, τότε για την προστασία της από τις –εύλογες– διασπαστικές τάσεις των δυσαρεστημένων υπηκόων της, είναι απαραίτητη η ‘πνευματική υποδούλωση’ που εξασφαλίζει η θρησκευτική καθοδήγηση. Έτσι, σε ένα τέτοιο κράτος η δήλωση ‘άθεος’ αντιμετωπίζεται με δυσπιστία μέχρι και κοινωνική αποδοκιμασία, ενώ, από την άλλη, το ίδιο το κράτος επιβάλλει την ‘επίσημη κρατική θρησκεία’, εμφανίζοντας ως υποχρεωτική τη συμμετοχή σε θρησκευτικά μυστήρια (θρησκευτικός γάμος, βάφτιση κ.λπ.), ως εχέγγυα κοινωνικής αφομοίωσης και αποδοχής.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, η χώρα μας αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα αγαστής συνεργασίας κράτους και εκκλησίας - αν και η πιο καταναγκαστική κι ανελεύθερη εκδοχή του χριστιανισμού θεωρείται ο καθολικισμός, ο οποίος όμως δημιούργησε τη δική του αυτόνομη εξουσία, την οποία διαχωρίζει από τους κρατικούς εξουσιαστικούς θεσμούς.
Ροζίτα Σπινάσα
Θυμάμαι που μας έλεγαν στο σχολείο ότι ο πατριωτισμός είναι καλός ενώ ο εθνικισμός είναι κακός. Με την έννοια ότι πρέπει να αγαπάμε την πατρίδα μας, χωρίς να μισούμε τους ‘απέξω’. Αυτό το σχήμα μπορεί όμως να λειτουργήσει μόνο στην περίπτωση που είναι δυνατή μια απτή, θετική απεικόνιση της έννοιας της πατρίδας. Όταν δηλαδή υπάρχουν ορατοί, πρακτικοί κοινοί στόχοι και συμφέροντα, που καλούν σε κοινή δράση, η οποία δημιουργεί και τη συνείδηση της κοινωνικής ομάδας. Πρακτικά, αυτό το σχήμα μπορεί να λειτουργήσει σε τοπικά και ατομικά προσδιορίσιμες ομάδες, όπου οι στόχοι και η λειτουργία τους είναι διαφανής και κατανοητή στα μέλη τους. Τέτοιο παράδειγμα κρατικού σχηματισμού αποτελούσαν οι αρχαίες ‘πόλεις-κράτη’: Τοπικά περιορισμένες και με πολίτες που λίγο πολύ γνωρίζονταν μεταξύ τους, τα κοινά συμφέροντα ήσαν πραγματικότητα και αποτελούσαν ρεαλιστικούς και γι’ αυτό σεβαστούς κρίκους που ένωναν τους πολίτες μεταξύ τους.
Στα σύγχρονα ‘αχανή’ όμως κράτη η μόνη έννοια που καλείται στο προσκήνιο είναι ο εθνικισμός. Γιατί πώς μπορεί σήμερα να προσδιοριστεί η (θετική) έννοια της πατρίδας, της χώρας; Πιο κοινό στοιχείο της ζωής και της καθημερινότητας μπορεί να ενώσει τον κάτοικο της Κρήτης με αυτόν του Έβρου; Αναγκαστικά, η μόνη συνεκτική έννοια που μπορεί να τους κρατήσει κάτω από τη σκέπη του κοινού κράτους, είναι το αρνητικό αντίβαρο των ‘έξωθεν κινδύνων’. Για τους παραπάνω κατοίκους, το κοινό τους στοιχείο είναι ο φόβος του εισβολέα. Απέναντι σε αυτό καλούνται να ενωθούν και να υπερασπιστούν τα ‘κοινά εδάφη’ από εξωτερικές επιθέσεις, την ‘κοινή εθνική συνείδηση’ από αλλότριες αλλοιώσεις (η οποία ‘εθνική συνείδηση’ παραδόξως οριοθετείται από την ύπαρξη του ίδιου της του ‘εχθρού’!).
Φυσικά, επισήμως η έννοια του έθνους προσδιορίζεται και νομιμοποιείται με επίσημα ‘διαπιστευτήρια’: κοινή ιστορία, γλώσσα, θρησκεία - κι εδώ εντοπίζεται και η διαπλοκή των δύο εννοιών ‘πατρίς-θρηκεία’, που λειτουργούν μεταξύ τους συμπλεγματικά. Οι παραπάνω όμως, συσχετισμοί παραμένουν θεωρητικό άρμα και καθόλου δεν αφορούν την καθημερινή, πρακτική πορεία του ατόμου-υπηκόου, και τη σύμπλευσή του με τους υπόλοιπους ‘υπηκόους’. Αντίθετα μάλιστα, και αυτές υποτάσσονται στις εθνικές σκοπιμότητες, μορφοποιούμενες αναλόγως και καταλήγοντας δικό τους υποχείριο και υπο-δεκανίκι.
Κοινός φόβος λοιπόν, απέναντι στην εξωτερική απειλή (εδαφική, πολιτική, πολιτιστική) είναι το συστατικό στοιχείο του έθνους. Φόβος φυσικά καλλιεργήσιμος και υποβόλιμος - η γκλίτσα του βοσκού στο ‘εθνικό’ μάντρωμα. Φυσικά, ο φόβος αποτελεί μια απλή και άκρως αποτελεσματική μέθοδο: Διασπείρεται εύκολα (σε αυτό το σημείο υπάρχει και ‘αλληλοβοήθεια’ των γείτονων χωρών), εξουδετερώνοντας τις λογικές αναστολές και δίνοντας τροφή στα άλογα ανθρώπινα ένστικτα. Έτσι ο πολίτης μετατρέπεται με απλές κινήσεις ‘ματ’, από πολιτικό oν σε φοβισμένο, ανασφαλή υπήκοο, που ζητά προστασία από τη ‘μητέρα πατρίδα’. Προσχωρώντας υπό συνθήκες πίεσης και συναισθηματικής φόρτισης στη συνθήκη ‘εθνικής ταύτισης και συσπείρωσης’.
Ένα θαυμάσιο παράδειγμα μπορεί κανείς να δει στην ταινία «Το σκοτεινό χωριό» (Σιάμαλαν, 2004): Ένα ‘υπόδειγμα’ αυτάρκους και αυτόνομης κοινότητας, από το οποίο όμως κανείς κάτοικος δεν τολμά να ξεμυτίσει, αφού έξω από αυτό καραδοκούν τερατόμορφα πλάσματα έτοιμα να τον κατασπαράξουν. Τα οποία, όπως στο τέλος αποκαλύπτεται, δεν είναι άλλα από τους ίδιους του ‘προεστούς’ τους χωριού, που, φορώντας τραγόμορφες μουτσούνες δολοφονούν εν ψυχρώ τους παραβάτες, προκειμένου να συντηρήσουν το φοβικό μύθο που οι ίδιοι δημιούργησαν - το άβατο των συνόρων και τη φονική εξουσία τους συνάμα.
Όλα τα σύγχρονα κράτη βασίζονται και καλλιεργούν την έννοια της πατρίδας, δηλαδή της εθνικότητας, αφού, λόγω της μεγάλης εδαφικής τους επικράτειας, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν απτούς συνεκτικούς κρίκους που να συνδέουν και να αφορούν το σύνολο των πολιτών τους. Έτσι η πατρίδα, με τη συνεπακόλουθη εθνική υπερηφάνεια και ανωτερότητα, η οποία προσδιορίζεται από κάθε κράτος ανάλογα με το ιστορικό παρελθόν που προσφέρει η τοπική του επικράτεια, χρησιμοποιείται συστηματικά και επισταμένα, γεγονός που αποδεικνύουν οι εθνικιστικές εξάρσεις που ανθούν σε όλες τις ευρωπαϊκές και όχι μόνο χώρες.
Ροζίτα Σπινάσα
Κάθε κοινωνικός σχηματισμός, για να αντέξει στη φθορά του χρόνου και της φυγόκεντρης τάσης των μελών του, χρειάζεται ισχυρούς συνεκτικούς δεσμούς, που να κρατούν τα άτομα ενωμένα μεταξύ τους. Οι δεσμοί αυτοί συνίστανται, κατ’ αρχάς, στους ίδιους τους λόγους, για τους οποίους δημιουργήθηκε η ομάδα: Κοινές ανάγκες και κοινά συμφέροντα, τα οποία εξυπηρετούνται καλύτερα από τις συντονισμένες προσπάθειες των πολλών, αντί για τις ανοργάνωτες και ανεπαρκείς των ατόμων ξεχωριστά. Είτε αυτό ήταν η άμυνα απέναντι στα σαρκοβόρα στοιχεία της φύσης, για τις πρωτόγονες κοινωνίες, είτε η άθληση των νέων της πόλης, στην περίπτωση ενός αθλητικού συλλόγου, ο –θετικός– κοινός στόχος θα πρέπει να είναι παρών, ορατός και επιτεύξιμος, προκειμένου η ομάδα να υπάρξει και να λειτουργήσει σωστά.
Υπάρχει όμως και η περίπτωση, στο πέρασμα του χρόνου, οι αρχικοί λόγοι δημιουργίας της να θολώνουν και να χάνουν το περίγραμμά τους, είτε γιατί κατέληξαν να μην εξυπηρετούνται πραγματικά από την ομάδα, είτε γιατί τα μέλη της έχουν γίνει τόσα πολλά, που να μην επιθυμούν πια τους ίδιους στόχους και κατευθύνσεις. Τότε είναι που η ομάδα χάνει τη συνεκτικότητα και την ομοιογένειά της, και κινδυνεύει είτε να διασπαστεί, είτε να εκφυλιστεί σε άτακτο κι ανεξέλεγκτο όχλο αντικρουόμενων δυνάμεων.
Επειδή όμως, η ύπαρξη της ομάδας μπορεί να μην εξυπηρετεί πια τους συστατικούς της σκοπούς, είναι όμως απαραίτητη για τη διατήρηση της κατεστημένης πλέον κατάστασης, από την οποία αντλούν οφέλη οι επικεφαλής της, επιστρατεύονται από αυτούς νέες έννοιες, θεωρητικές κυρίως κατασκευές, οι οποίες λειτουργούν πλέον αρνητικά, ως αντι-στόχοι, υποκαθιστώντας τις αρχικούς, θετικούς και δημιουργικούς συλλογικούς δεσμούς, οι οποίοι τείνουν να εκλείψουν.
Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και στην περίπτωση του κράτους: Όσο απομακρυνόμαστε χρονικά και πληθυσμικά, από τον αρχικό κρατικό σχηματισμό, τόσο περισσότερο παραπαίει η κρατική συνοχή των μελών του. Προκειμένου λοιπόν, να υποστηριχτεί η κρατική σταθερότητα, επιστρατεύονται από την κρατική εξουσία τα απαραίτητα δεκανίκια. Έτσι το γνωστό τρίπτυχο ‘πατρίς-θρησκεία-οικογένεια’ καλείται να διασώσει τη χαμένη πίστη στη λειτουργία, μα και την ίδια την ύπαρξη του κρατικού σχηματισμού.
Και μπορεί στον τόπο μας η φράση αυτή να ήταν στην προπολιτευτική εποχή απροκάλυπτο σλόγκαν συναισθηματικής φόρτισης, αυτό όμως δε σημαίνει ότι αποτελεί αποκλειστική μας πατέντα: Κάθε κράτος έχει την τάση να καταφεύγει στις παραπάνω τρεις έννοιες –λιγότερο ως ‘καρότο’ και περισσότερο ως ‘μαστίγιο’– όταν αρχίσει να στερεύει από πραγματικές κοινές επιδιώξεις, μα και από αποτελεσματική κι ωφέλιμη για τους πολίτες λειτουργία. Στην ουσία, το παραπάνω τρίπτυχο αποτελεί ένα είδος βαρόμετρου: Όσο μεγαλύτερη σημασία διαδραματίζει για τη συσπείρωση και λειτουργία του κράτους, τόσο περισσότερο ‘ασθενούν’ οι κοινωνικοί του θεσμοί - αντίθετα, σε ένα κράτος με υγιή, ωφέλιμη και δημιουργική για τα άτομα λειτουργία, οι παραπάνω έννοιες τείνουν να είναι παντελώς αδιάφορες.
Εξετάζοντας τα στοιχεία αυτά ένα ένα, αλλά και τη μεταξύ τους εμπλοκή και ανάμειξη, φανερώνονται αβίαστα τα φοβικά μηνύματα που κρύβονται πίσω τους, και που σκοπό έχουν να αφοπλίσουν το άτομο από οποιαδήποτε τάση κοινωνικής απόσχισης και αυτονόμησης.
(to be continued)
Ροζίτα Σπινάσα
Είδηση 1: Δωρεάν θα χορηγείται το εμβόλιο κατά του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σε κορίτσια από 12 έως 15 ετών, όπως προβλέπει η εγκύκλιος που υπογράφηκε τη Δευτέρα από την υπουργό Απασχόλησης Φάνη Πετραλιά. Το σωτήριο εμβόλιο, που θα καλύπτεται από όλα τα ταμεία, εντάχθηκε στο πρόγραμμα εθνικού εμβολιασμού και θα είναι υποχρεωτικό σε όλα τα κορίτσια των παραπάνω ηλικιών. Αυτό σημαίνει ότι τα ταμεία θα κληθούν να καταβάλουν για 200.000 περίπου κορίτσια δωρεάν τις τρεις δόσεις του εμβολίου, που αγγίζουν τα 490 ευρώ.
Για τις ηλικίες από 16 έως 26 ετών, οι γιατροί συνιστούν μεν να γίνει το εμβόλιο για πρώτη φορά, δεν το εντάσσουν όμως στο πρόγραμμα υποχρεωτικού εμβολιασμού αφού δεν έχει την ίδια αποτελεσματικότητα στην πρόληψη κατά του καρκίνου της μήτρας όσο στις μικρότερες ηλικίες. Πρόκειται για επιπλέον 600.000 νεαρές γυναίκες, δηλαδή ένα παραπάνω κόστος 294.000.000 ευρώ για τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία προσανατολίζονται για τις ηλικίες αυτές στη συμμετοχή των ασφαλισμένων μέχρι 25%.
Από τους πρώτους υπολογισμούς, το ΙΚΑ -που έχει τους μισούς ασφαλισμένους- υπολογίζει ότι το κόστος θα φτάσει τα 108.000.000 ευρώ. Η διοίκηση του ταμείου εξετάζει το ενδεχόμενο να προβεί και σε διαγωνισμό ώστε να πετύχει νοσοκομειακή τιμή εμβολίου, δηλαδή 324 ευρώ τις τρεις δόσεις.
Είδηση 2: Εκτός από το κόστος του ίδιου του εμβολίου ως σκευάσματος, η τιμή του διαμορφώνεται διαφορετικά από χώρα σε χώρα. Για παράδειγμα, σημειώνεται ότι στις ΗΠΑ κοστίζει 360 δολάρια, ενώ σύμφωνα με την Παιδιατρική Εταιρεία της Αυστρίας το κόστος του στο συγκεκριμένο κράτος ανέρχεται σε 220 ευρώ (και γίνονται συζητήσεις για μείωσή του στα 150 ευρώ). Οι γνωρίζοντες τα του χώρου αναφέρουν ότι στη χώρα μας το τελικό κόστος διαμορφώνεται με βάση τα έξοδα μεταφοράς (πρόκειται για εισαγόμενο προϊόν), αλλά και τα «καπέλα» φαρμακαποθηκών και φαρμακείων.
Απορία #1: Γιαννακόπουλοι δεν υπάρχουν στην Αυστρία;
Απορία #2: Αν εισάγω απ’την Αυστρία και τους το πουλήσω με 225 ευρώ θα προτιμήσουν εμένα ή το ...φαρμακείο;
Απορία #3: Τί θα κάνεις αύριο που θα σου ζητήσουν να δουλεύεις μέχρι τα 70 για να πάρεις σύνταξη ώστε να σωθεί το IKA απ'τα χρέη του;
Μπάμπης Αργυρίου
Απ’τις ειδήσεις του Sky, Τρίτη 16/1:
“Περιθώριο μέχρι το τέλος του μήνα δίνει το υπουργείο εξωτερικών στη μη κυβερνητική οργάνωση της εκκλησίας “Αλληλεγγύη” προκειμένου να επιστραφούν τα 5,6 εκατομμύρια ευρώ που διατέθηκαν για αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας που δεν έγινε ποτέ. Στο παρασκήνιο επιστολές, non paper, αλλά και δικαστικές διαμάχες.
Το υπουργείο εξωτερικών ζητά να επιστραφούν τα 5,6 εκατομμύρια ευρώ που εκταμιεύτηκαν απ’τη μη κυβερνητική οργάνωση της εκκλησίας Αλληλεγγύη για αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στο Ιράκ. Η αποστολή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ κι ο αρμόδιος υφυπουργός Πέτρος Δούκας ζητά να επιστραφούν τα χρήματα μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου αλλιώς η πολιτεία θα κινηθεί νομικά. Ωστόσο αντιδράσεις στους ιεράρχες αλλά και αίσθηση προκαλεί η πρωτοβουλία της Αλληλεγγύης να αποστείλει επιστολή στους μητροπολίτες στην οποία επισημαίνεται ότι η υπουργός εξωτερικών κα Ντόρα Μπακογιάννη σε συνάντηση που είχε με τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο είχε δεσμευτεί ότι το θέμα θα διευθετηθεί από εκείνη προσωπικά κατά τρόπο δίκαιο και ευνοϊκό, όπως αναφέρει το κείμενο, για την οργάνωση”.
Μ.Α.
Tόκιο γίναμε
Σε ένα μπαράζ όψιμης ευθιξίας (aka ευθυνοφοβίας) οι αυτοκτονίες πέφτουν τις τελευταίες ημέρες βροχή. Επειδή όμως ο Ζαχόπουλος κι ο Κουτελίδας δεν είναι Ιάπωνες, αλλά ‘Έλληνες της τελευταίας στιγμής’, ήτοι χωρίς μεθοδολογία κι επιστημονική κατάρτιση, παρά μόνο με ελληνικό πάθος ορμώμενοι, ούτε το επίδοξο ‘χαρακίρι’ δεν τους γλίτωσε. Λίγο τα παραπανίσια κιλά του ενός, που λειτούργησαν σαν σωσίβιο κατά τη στιγμή της πρόσκρουσης, λίγο το φρένο που πάτησε ο νταλικέρης όταν όρμησε στις ρόδες του, που μόλις είχαν ξεκινήσει από το φανάρι, ο δεύτερος (οποία προχειρότις!), ο χάρος δεν τους έκανε το χατίρι κι έτσι έχουμε τώρα δύο παρολίγον αυτόχειρες. Ερασιτεχνισμός σε όλα τα επίπεδα, που κάνει τα σοβαρά να φαίνονται αστεία και κωμικά…
Που λες κουμπάρε μ’…
Στην οικογενειακή δημοκρατία της Ελλάδος οι αμιγώς συγγενικοί δεσμοί δεν αρκούν για να νομιμοποιήσουν τις διαπλεκόμενες οικονομικοκοινωνικές σχέσεις της χώρας μας - ακόμα και στα πιο ‘οικογενειακά’ –οριακώς αιμομικτικά– χωριά, τα ξαδέρφια, οι συννυφάδες και οι μπατζανάκηδες ποτέ δεν είναι αρκετοί.
Το ιδιοφυές όμως ελληνικό πνεύμα όλα εν σοφία εποίησε. Και σε αγαστή συνεργασία με την ελληνορθόδοξη εκκλησία, κάλυψε το θεσμικό κενό με την ‘ομερτά’ της κουμπαριάς - μια ακόμα πανευρωπαϊκή πρωτοπορία. Ολίγον τι ιερή, ολίγον τι κοινωνική σχέση (κάτι σαν ‘φιλία’ με τις ευλογίες της εκκλησίας) και οι κουμπάροι, ωσάν μέλη μιας άτυπης λαϊκής μασονίας, έχουν πλέον την επίσημη δικαιολογία για μεροληψίες, αλληλοβοήθειες και παντός είδους υπόγειες συναλλαγές.
Πέρα λοιπόν από τις καθιερωμένες κι έγκριτες κουμπαριές των πολιτικών (πέτρα σηκώνουν, βαφτιστήρι βρίσκουν), όλο και κάποια κουμπαριά θα (κακο)κρύβεται πίσω από τα κωμικοτραγικά, αισθητικής μπένι χιλ σκάνδαλα της ένδοξης ελληνικής πολιτείας μας. Κουμπαριές στο σκάνδαλο της ΜΕΒΓΑΛ, κουμπαριά τώρα και στα διαπλεκόμενα του σκανδάλου Ζαχόπουλου (η Τσέκου προέκυψε ‘κουμπάρα’ του παρολίγον αυτόχειρα Κουτελίδα - τον πάντρεψε μαζί με τον έτερο κουμπάρο Κ. Πλεύρη). Όχι ότι αυτό θα έχει απαραίτητα κάποια επιρροή στην όλη ιστορία - πώς όμως τελικά γινόμαστε όλοι ‘μια μεγάλη οικογένεια’…
Ο κήπος με τα αγάλματα
Πέρα όμως από τα παραπάνω τραγελαφικά, η υπόθεση Ζαχόπουλου έχει και –ακόμα μια– θλιβερή πτυχή: Αυτήν τη φορά το σκάνδαλο δεν ξέσπασε στους δεδομένα βρώμικους χώρους της αμιγώς οικονομικής εξουσίας, παρά στο ηθικά κι αισθητικά ευαίσθητο υπουργείο πολιτισμού. Με πρωταγωνιστές δύο ανθρώπους με υψηλή μόρφωση στον τομέα της ιστορίας και της αρχαιολογίας - επιστήμες που φέρουν τη βούλα της ανιδιοτελούς έρευνας και του ρομαντισμού.
Γιατί, όπως και να το κάνουμε, άλλο ο πτυχιούχος της νομικής ή των οικονομικών, που γνωρίζει πολύ καλά για τι επαγγελματικούς ‘στίβους’ προορίζεται, κι άλλο ο πτυχιούχος του ιστορικού-αρχαιολογικού, που (υποτίθεται ότι) επέλεξε τη συγκεκριμένη σχολή εμπνεόμενος από τη γοητεία του επιστημονικού της αντικειμένου κι όχι από τους – ανύπαρκτους– υψηλούς μισθούς που η επαγγελματική τους συνέχεια υπόσχεται.
Ρομαντισμός όμως δεν υπάρχει στην εποχή μας - πολύ πιθανό να μην υπήρξε σε καμία απολύτως εποχή. Έτσι η περίφημη ‘ιστορία’ αποδείχθηκε να είναι το επίσημο εργαλείο κρατικής χειραγώγησης (εθνικού μαντρώματος, για την ακρίβεια): Χωρίς καν τα προσχήματα της μιας νομιμοποιητικής επιστημονικοφάνειας, η επίσημη ‘ελληνική ιστορία’ γράφεται κατά τις προσταγές της κρατικής κι εκκλησιαστικής εξουσίας - βλέπε σκοταδιστική αντικατάσταση του σχολικού βιβλίου ιστορίας.
Και πώς θα μπορούσε να μη συμβαίνει το ίδιο και με το ‘ξαδερφάκι’ της, την αρχαιολογία; Το ισχυρότερο όπλο της εθνικής μας συνείδησης, ο περίφημος ‘αρχαιοελληνικός μας’ πολιτισμός, που μας ανάγει σε λαό περιούσιο και αξιοζήλευτο, στο διηνεκές της παγκόσμιας ιστορίας. Μια επισήμως θεσμοθετημένη αρχαιοκαπηλία, το μόνιμο άλλοθι κι αποκούμπι που ξεπλένει τα σημερινά μας ‘ανομήματα’ - τόσο σε συλλογικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο.
Ο ηθικο-ιδεολογικός αυτός πλούτος του παρελθόντος του τόπου στον οποίο τυχαίνει να ζούμε, η πιο προσοδοφόρα ίσως μορφή πλούτου της χώρας, δε θα μπορούσε παρά να αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που διαχειρίζονται οι οικονομικές υποθέσεις, τα δημόσια έργα και οι κρατικές υπηρεσίες εν γένει: Από μια αρπακτική κι αντιαισθητική εξουσία, που το στοιχείο της εγγενούς υποκρισίας της την κάνει ακόμα χυδαιότερη.
Γιατί άλλο να κυλιέται στις λάσπες ενός ροζ-πολιτικού σκανδάλου ένας στυγνός τεχνοκράτης της οικονομικής εξουσίας, κι άλλο ένας ‘γεμάτος ευαισθησίες και κοινωνική δράση’ καθηγητής, συνεπικουρούμενος από την ‘αριστούχο κορασίδα’ του ιστορικού-αρχαιολογικού. Ή μήπως δεν έχει καμία απολύτως διαφορά; Money talks, people walk…
Ροζίτα Σπινάσα
Με την πολιτική και τα οικονομικά του κράτους δεν ασχολούμαι και ενδελεχώς - tv και internet οι καθημερινές μου πηγές. Αυτό όμως που ξέρω πολύ καλά είναι ότι το θέμα ‘Ολυμπιακή’ έχει από νωρίς εγγραφεί στο σκληρό μου δίσκο ως «η επιχείρηση που μπαίνει διαρκώς μέσα μα δεν γίνεται να κλείσει». Το ίδιο βιολί εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια, (άλλη μια) κρατική προβληματική επιχείρηση με τα απίστευτα χρέη, που χρόνο με το χρόνο πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο, η οποία όμως πρέπει να υπάρχει, τόσο για τους εργαζόμενους, όσο και για την ελληνική κοινωνία. Γιατί είναι ‘αδιανόητο’ να χάσουμε τον εθνικό μας αερομεταφορέα. Τον οποίο βέβαια ποτέ δεν θα είχαμε αποκτήσει σε πρώτη φάση, αν δεν είχε υπάρξει ένας Ωνάσης να τον ιδρύσει, σε μορφή αξιόπιστης ιδιωτικής επιχείρησης, και στη συνέχεια να τον μεταβιβάσει (χαρίσει μήπως είναι η σωστή λέξη; - όπως είπα οι οικονομικές λεπτομέρειες δεν είναι το φόρτε μου) στην Ελλάδα μας.
Και μετά ήρθαν οι εποχές όπου όλοι οι κρατικοί και παρακρατικοί παράγοντες ταξίδευαν τζάμπα στις πτήσεις της Ολυμπιακής - κουτσοί στραβοί, στον άγιο Παντελεήμονα. Πήγαινε ένας πολιτικός ταξιδάκι στο εξωτερικό; μαζί η οικογένεια, οι κολλητοί και οι φιλικά προσκείμενοι δημοσιογράφοι. Το κράτος βέβαια δραχμή για όλα αυτά στην Ολυμπιακή. Τι στο καλό ‘κρατικός αερομεταφορέας’ ήταν; Ας προσθέσουμε και τη συνήθη κακοδιοίκηση, είτε από δόλο είτε από ανικανότητα, και παίρνουμε εύκολα μαθήματα, πως μια υγιής, φέρελπις επιχείρηση καταλήγει να γίνει η ‘καυτή πατάτα’ στα χέρια των πολιτικών του 2007.
Ή μάλλον, πέρα από τα παραπάνω συστατικά, τη συνταγή ολοκλήρωσε η βαθειά ριζωμένη ελληνική πεποίθηση, ότι μια κρατική επιχείρηση ‘δεν κλείνει’. Ούτε ‘εξυγιαίνεται’, αν αυτό σημαίνει να διαταραχθούν στο ελάχιστο προσωπικά συμφέροντα, με κόπο και ιδρώτα χτισμένα. Αντί λοιπόν να σώσουν την κατάσταση όσο ήταν καιρός, άφησαν τον κόμπο να φτάσει στο χτένι και, μαζί της, την απλή λογική στα όρια του παραλογισμού. Τη ρημάδα την λογική, που λέει ότι όταν ένα μαγαζί δεν ‘τραβάει’, κλείνει. Και δεν λέμε κλείνει πονηρά, για να ανοίξει πάλι στα φτηνά χέρια της Βουλγαρίας, λέμε (λένε) ότι δεν τραβάει με τίποτα. Ότι κάθε χρόνο λειτουργίας της φεσώνει τα κρατικά ταμεία με καινούργια χρέη πολλών μηδενικών.
Νεοδημοκράτισσα δεν είμαι με τίποτα, αλλά δεν μπορώ και να ακούω τις φωνασκίες από τους βουλευτές της αντιπολίτευσης, ότι η κυβέρνηση θα λογοδοτήσει στον ελληνικό λαό για το κλείσιμο της Ολυμπιακής. Γιατί, όλοι αυτοί που την άφηναν να φτάσει στην ύστατη κατάντια λογοδότησαν ποτέ; Και τον ελληνικό λαό τον ρώτησαν, αν θέλει να πληρώνει εσαεί μια ζημιογόνα επιχείρηση; Γιατί, από εγωισμό ή από ψωροπερηφάνεια; Εμένα πάντως να μου λείπει το βύσσινο. Έτσι κι αλλιώς, ο κόσμος πλέον μόνο από ανάγκη πετάει με την Ολυμπιακή (όταν δηλαδή δεν μπορεί να βρει πτήση με άλλη εταιρία). Η οποία σημειωτέον ήταν από τις πιο καλόφημες εταιρίες (ικανότατοι πιλότοι, σέρβις και catering αξιώσεων- θα μου πείτε, αυτά τα φρου φρου κι αρώματα μας έφαγαν).
Φυσικά δεν θέλω να υποβαθμίζω το ζήτημα της απόλυσης των χιλιάδων εργαζομένων. Που θα έπρεπε να είχε αντιμετωπιστεί κι αυτό νωρίτερα, για να μην φτάσουμε στα σημερινά χάλια. Αλλά, δεν είναι παράλογο να πρέπει να συντηρείται μια καταστροφική επιχείρηση, μόνο και μόνο για να μην σταματήσουν οι -στην ουσία ζημιογόνες- μισθοδοσίες; Με αυτή τη λογική, για να αντιμετωπιστεί η ανεργία, θα πρέπει να ανοίξουμε κι άλλες προβληματικές επιχειρήσεις, για να προσληφθούν σε αυτές οι άνεργοι - τις οποίες φυσικά θα συντηρούμε όλοι, με τους φόρους μας. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχασαν και θα χάσουν τις δουλειές τους, επειδή κλείνουν οι επιχειρήσεις που δούλευαν - κανείς όμως δεν πριμοδότησε γι’αυτούς αργόμισθες θέσεις. Με ποια λογική να συνεχιστεί αυτό επ’ άπειρο για μια διαλυμένη επιχείρηση; Αν οι μόνοι λόγοι είναι ανθρωπιστικοί, καλύτερα να εγκριθεί για τους εργαζόμενους ένα παχυλότατο επίδομα ανεργίας. Πιο φτηνά θα έρθει, από το να συνεχίσει να λειτουργεί η Ολυμπιακή.
Αν θέλει η Ελλάδα να αρχίσει να σοβαρεύεται (όνειρα θερινής νυκτός) πρέπει να μάθει να δίνει λύσεις στα προβλήματα που την ταλανίζουν. Λύσεις ρεαλιστικές και υπεύθυνες. Και δε μιλάω φυσικά για ψευτο-λιτότητες που φουσκώνουν τις τσέπες πολιτικών και παραγόντων. Αν θέλουμε να έχουμε κρατικό αερομεταφορέα, θα πρέπει να είμαστε και σε θέση να τον διαχειριστούμε όπως απαιτεί και όπως του αξίζει. Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και μεταξωτούς κώλους, λέει η παροιμία. Εδώ δεν έχουμε καλά καλά δρόμους και συγκοινωνίες, τα κρατικά αεροπλάνα μας μάραναν. Ας βρεθεί λοιπόν η καλύτερη δυνατή λύση για τους εργαζόμενους (ακόμα κι αν αυτό σημαίνει δουλειά σε άλλα πόστα, με λιγότερα προνόμια), κι ας αφήσουμε τις αεροβασίες.
Ροζίτα Σπινάσα
Η Κ (προτιμώ να την κρατήσω στην ανωνυμία) είναι η πιο κοντινή σε ηλικία ξαδέρφη μου, ένα χρόνο μεγαλύτερη από εμένα. Για πολλά χρόνια ζήσαμε βίους παράλληλους: Μαζί στην ίδια γειτονιά, στα ίδια σχολεία, στις αμέτρητες οικογενειακές συγκεντρώσεις. Στην αρχή τα ψυχροπολεμικά χρόνια μεταξύ μας, στη συνέχεια η ενήλικη συμφιλίωση. Μετά οι σπουδές της στην Αγγλία, οι επισκέψεις μου, η επιστροφή της.
Τώρα η Κ ξανάφυγε, αυτή τη φορά για τα καλά. Πήρε τα δύο κοριτσάκια της και πήγε στην άλλη άκρη του κόσμου, την πατρίδα της μητέρας της, την Αυστραλία, ψάχνοντας μια καλύτερη τύχη. Μου πήρε καιρό να συνειδητοποιήσω την αποχώρησή της, που ήταν άλλωστε εντελώς αθόρυβη - δεν χαιρέτησε και κανέναν μας. Είναι αλήθεια ότι μετά το γάμο της είχε απομακρυνθεί από τους συγγενείς. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ο (δεύτερος) γάμος του πατέρα της που την έκανε να μας γυρίσει την πλάτη - ο θείος μου, το πρόσωπο που καθόρισε τη ζωή της περισσότερο από κάθε άλλον.
Έτσι, αναπολώντας το παρελθόν υπό το βάρος της οριστικής απουσίας της από το δικό μου παρόν, στο νου μου ήρθε μια ιστορία της εφηβείας της. Ένα περιστατικό που μας είχε όλους συγκλονίσει, και που αποκάλυπτε, με τον πιο δραματικό τρόπο, το πείσμα και το απόλυτο του χαρακτήρα της, μα και τις σκιές που τη βασάνιζαν, από μικρό κοριτσάκι. Ένας συνδυασμός που οδήγησε σε μια εμμονή σχεδόν αυτοκαταστροφική, που έμελε να τη σημαδέψει ως προσωπικότητα και να κάνει όσους κοιτούσαν μόνο την επιφάνεια να μιλούν για ένα ‘αλλόκοτο κορίτσι’.
Είναι μια πραγματική ιστορία και σας τη διηγούμαι όπως ακριβώς συνέβη:
Ήταν ένα χειμωνιάτικο σαββατόβραδο του ’90 και οι γονείς μου είχαν πάει επίσκεψη στο σπίτι του θείου μου. Εκεί επικρατούσε μια ελεγχόμενη ένταση: Η Κ ήθελε να πάει σε ένα πάρτι, μα ο πατέρας της δεν την άφηνε - γνώριμη κατάσταση για τους γονείς μου, που πάλευαν κι αυτοί να συνεννοηθούν με τις δύο έφηβες κόρες τους, έτσι δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία.
Για την Κ δεν ήταν όμως μια απλή πατρική εντολή. Γιατί γι’αυτήν κάθε πατρική απαγόρευση ισοδυναμούσε με υποκριτική και άδικη καταπίεση. Δεν μπορούσε βλέπετε να δεχτεί νουθεσίες και ‘πρέπει’ από τον άνθρωπο που παραβίαζε συστηματικά και απροκάλυπτα τους κανόνες της οικογενειακής και συζυγικής πίστης. Η αμετάκλητη διάλυση της οικογενειακής τους ειρήνης βάραινε ήδη υπερβολικά στις κοριτσίστικες πλάτες της - από τη μία η θλίψη για την ατιμασμένη, για όλους ‘ξένη’ μητέρα, από την άλλη - και σημαντικότερο - η προσωπική της - αλά Φρόιντ - απόρριψη από τον ‘προδότη’ πατέρα. Πόσο μάλλον να ανεχτεί την ψευδο-κυριαρχία του στο ετοιμόρροπο οικογενειακό τους οικοδόμημα. Αυτό ήταν όμως κάτι που κανείς μας δεν είχε ακόμη αντιληφθεί. Έτσι, η φανερή εικόνα του σαλονιού περιοριζόταν σε ένα τυπικό καβγαδάκι γονιού προς κόρη - εύλογο κι ωφέλιμο συνάμα.
Ενώ λοιπόν οι ‘μεγάλοι’ κουβέντιαζαν στο σαλόνι, έχοντας ήδη ξεχάσει το θέμα ‘πάρτι’, στην πόρτα του διαδρόμου εμφανίστηκε η Κ, με μια μεγάλη τσάντα περασμένη στον ώμο. Με απόλυτα ψύχραιμο ύφος γύρισε προς τον πατέρα της:
‘Σε ρωτάω για τελευταία φορά: Θα με αφήσεις να πάω στο πάρτι;’
‘Σου είπα όχι’, η απάντηση ήταν το ίδιο στακάτη.
Η Κ έκανε μεταβολή, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.
Μισή ώρα περίπου αργότερα, στο σαλόνι μπήκε ο μικρός της αδερφός (που κι αυτός τον προηγούμενο μήνα αυτομόλησε στο L.A., για να κυνηγήσει την τύχη του στη show biz αρένα του Χόλιγουντ).
‘Μπαμπά που είναι η Κ; Τη ζητάνε στο τηλέφωνο’
‘Στο δωμάτιό της’ η σίγουρη απάντηση.
‘Δεν είναι, κοίταξα. Ούτε στα άλλα δωμάτια είναι’
Ο θείος μου σηκώθηκε από τον καναπέ βαριεστημένα, έχοντας όμως διαισθανθεί τα πρώτα σύννεφα της αναστάτωσης να απειλούν τη θαλπωρή της σαββατιάτικης ρουτίνας του.
Πράγματι, η Κ δεν ήταν στο δωμάτιό της. Ούτε στο δωμάτιο των αγοριών. Ούτε στην κουζίνα, ούτε στην τουαλέτα, ούτε στην αποθήκη. Οι γονείς μου είχαν πλέον εγκαταλείψει το ρόλο του διακριτικού επισκέπτη και συμμετείχαν κι αυτοί στο ψάξιμο - ή μάλλον ακολουθούσαν παρά πόδας το θείο και τη θεία μου. Ντουλάπια, πατάρι, πατώματα, όλα ψάχθηκαν με μια αυξανόμενη ανησυχία που μετατρεπόταν σε απειλητική αγωνία. Η Κ πουθενά.
Μέχρι που ο θείος μου βγήκε στην πίσω βεράντα του σπιτιού. Βεράντα σκοτεινή, τέσσερις ορόφους πάνω από τον ακάλυπτο, με το δεκεμβριανό αέρα να τη μαστιγώνει βουίζοντας. Το απόλυτο μαύρο έσπαγε ένα λευκό που κρεμόταν από τα κάγκελα, πηγαίνοντας πέρα δώθε μες στο σκοτάδι: Μια σειρά από άσπρα σεντόνια δεμένα μεταξύ τους, για να οδηγήσουν σε μια εναέρια φυγή.
Από το μυαλό όλων πέρασε η ίδια φρικιαστική σκέψη: Η Κ γλίστρησε κι έπεσε στο κενό. Η θεία μου λύγισε, έπεσε στο κρεβάτι και ξέσπασε σε γοερούς λυγμούς. Ήταν η πρώτη φορά που η πολιτισμένη και ψύχραιμη αυτή Αυστραλέζα ‘έσπαγε’ - θέαμα που κατάφερε να ξενίσει, μέσα στη φρίκη του σχεδόν βέβαιου θανάτου. Οι στιγμές που ακολούθησαν ήσαν από τις δυσκολότερες στη ζωή του θείου μου: Άσπρος σαν το πανί, κατέβηκε τρέχοντας τους τέσσερις ορόφους και όρμησε έξω, προς το πίσω μέρος της πολυκατοικίας. Για να βρει εκεί το πτώμα της κόρης του.
Προτού όμως προλάβει να φτάσει στο πιο χαμηλό σημείο, από τον δεύτερο όροφο ακούγεται η φωνή του γείτονα:
‘Αντώνη, η Κ!’
‘Τι είναι, λέγε!’ κραυγάζει ο θείος μου στην απόλυτη αγωνία.
‘Κατέβηκε στη βεράντα μας κι έφυγε από το σπίτι!’ αποκρίνεται ο γείτονας.
Η ανακούφιση δεν μπορεί να περιγραφεί - όπως όταν ξυπνάς από τον χειρότερο εφιάλτη και αντικρίζεις με αγαλλίαση το γνώριμο ταβάνι του δωματίου σου.
Όπως σε κάθε τραγική ιστορία υπάρχει και μια κωμική πλευρά, έτσι και σε αυτήν το κωμικό στοιχείο ήταν η συνάντηση της Κ με τη γειτόνισσα: Εκεί που πηγαίνει η γυναίκα στην κουζίνα, βλέπει ξαφνικά από τη τζαμαρία την Κ να κατεβαίνει με ανεμόσκαλα στο μπαλκόνι της! Μην μπορώντας να συλλάβει τι ακριβώς αντικρίζουν τα μάτια της, τη ρωτά:
‘Κ, τι θέλεις εσύ εδώ;’
Και η Κ της απαντά με ψυχραιμία τύπου killer woman:
‘Έπεσε ένα ρούχο μου και ήρθα να το μαζέψω’, και καβαλάει το κάγκελο, μπαίνει στο σπίτι και φεύγει από την πόρτα σαν κυρία, με τα ρούχα του πάρτι να κρέμονται στην τσάντα στον ώμο της.
Βέβαια, το θέμα για την ξαδέρφη μου δεν ήταν το πάρτι - διαφορετικά, με ελάχιστο θράσος και μια καλή τρεχάλα θα το είχε σκάσει από την πόρτα του σπιτιού. Μα την Κ την έπνιγε κάτι βαρύ και σκοτεινό, που καμία σχέση δεν είχε με εφηβικά καπρίτσια. Ήταν μια αίσθηση αφόρητης καταπίεσης αυτή που τη βασάνιζε, κι ένα πείσμα να δείξει ότι κανείς δεν μπορούσε να της επιβάλλει τους κανόνες του - ειδικά αυτός που παραβίαζε συστηματικά τους δικούς του. Γι’αυτό και έπαιξε τη ζωή της κορώνα - γράμματα, για να δείξει ότι καμία πόρτα δεν μπορεί να την κρατήσει κλειδωμένη. Και για να κραυγάσει την απελπισία της προς αυτόν που πραγματικά ‘έφευγε’ από το σπίτι.
Τελευταία πράξη του δράματος, ο θείος μου πήγε στο σπίτι της καλύτερης φίλης της και χτύπησε το κουδούνι. Η Κ κατέβηκε στο λεπτό. Είχε ήδη στολιστεί για το πάρτι - με ένα φόρεμα μπαλούν, σαν αυτά τα αμερικάνικα που βάζουν τα κορίτσια στο graduation prom -‘μια κουκλίτσα’ έλεγε η μητέρα μου- και με το μακιγιάζ πασαλειμμένο από τα δάκρυά της. Ο πατέρας της την πήρε από το χέρι χωρίς να πει κουβέντα και γύρισαν μαζί στο σπίτι, αμίλητοι και τρομαγμένοι. Το πάρτι είχε ήδη ξεχαστεί..
Ροζίτα Σπινάσα
Υπάρχουν κάποιες απόψεις οι οποίες καθώς επαναλαμβάνονται και ανακυκλώνονται από γραφίδες και στόματα, σε μια αέναη σκυταλοδρομία κοινοτοπίας του λόγου, λόγω της επανάληψης αυτής καταλήγουν να θεωρούνται πλέον θέσφατα και ακαταμάχητες αλήθειες. Δεν είναι εύκολο να ξεφύγεις από την παγίδα!... Τέτοιες απόψεις έχω υποστηρίξει και γράψει κι εγώ κατά καιρούς... Και ομολογώ όχι και λίγες φορές! Πόσες φορές λοιπόν δεν έχουμε ακούσει ή διαβάσει ότι ζούμε σε μπουζουκοκατεχόμενη χώρα, ότι μας καταδυναστεύουν τα σκυλάδικα, ότι τα άξια ονόματα και οι καλές μουσικές δεν προβάλλονται, θάβονται και μένουν στο ...σκότος της αφάνειας; Και δώσ’ του οι ηρωικοί φιλιππικοί απέναντι στα κακά ΜΜΕ (συνώνυμο πλέον του διαβόλου αυτή η λέξη!), που ταΐζουν τον κόσμο σκουπίδια και υποκουλτούρα... Πόσες φορές εμείς οι δημόσιοι γραφιάδες (γιατί δημοσιογράφοι δεν είμαστε!) του «underground» (ας μην σχολιάσω καλύτερα!) χώρου δεν έχουμε γκρινιάξει μετά από συναυλία για την πενιχρή προσέλευση, πόσες φορές δεν βγάλαμε το δάχτυλο και δεν κατσαδιάσαμε τον κόσμο (χρησιμοποιώντας μάλιστα αυτή την απεχθή καθιερωμένη πια προστακτική του β’ ενικού!) που αντί για τον ξεχωριστό και φρέσκο Manyfingers (τυχαίο επίκαιρο παράδειγμα, θα αντικατασταθεί στο υπόλοιπο κείμενο με τελίτσες για να συμπληρώσετε το όνομα της αρεσκείας σας!), αυτοί οι οπισθοδρομικοί και κολλημένοι προτιμάνε Scorpions και Lisa Gerrard; Πόσες φορές δεν έχουμε διαβάσει ή γράψει κριτική η οποία κλείνει με την κλασική κλισέ κορώνα «σε έναν πιο δίκαιο κόσμο οι ....... θα ήταν πρώτο όνομα, θα πουλούσαν χιλιάδες δίσκους» και άλλα τέτοια όμορφα και συγκινητικά;
Καλά όλα αυτά, σίγουρα υπάρχει μια ισχυρή δόση αλήθειας, κυρίως όσον αφορά την μπουζουκοκατοχή η οποία είναι ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, και δεν χρειάζεται να κατέβεις στην παραλιακή ή να βγεις στην εθνική για να το διαπιστώσεις. Όσον αφορά όμως την προβολή και το δήθεν «θάψιμο», αν τολμήσουμε να διασχίσουμε το πυκνό πλέγμα των λέξεων και ρίξουμε μια ματιά στο νόημα που κρύβουν, ίσως διαπιστώσουμε ότι κάπου αρμενίζουμε στραβά... Ή εθελοτυφλούμε...
Θα θέσω αυτή τη φορά εξ’ αρχής την άποψη μου επί της οθόνης, χωρίς να σας ταλαιπωρήσω με ...μαιευτικές μεθόδους! Πιστεύω λοιπόν ότι στην πραγματικότητα, η μουσική την οποία εμείς ακούμε, η «ανεξάρτητη», η underground, η «ξένη» μουσική (διαλέξτε μια ταμπέλα, δεν έχει και τόση σημασία άλλωστε!), έχει δυσανάλογα μεγάλη και ασύμμετρη προβολή στη χώρα μας... Δυσανάλογη όχι σε σχέση με την όποια αξία της... Αλλά σε σχέση με την απήχηση την οποία τελικά έχει... 
Δεν θα σταθώ στον χώρο του Internet, όπου και δραστηριοποιείται το αγαπημένο MiC και 3-4 άλλα αξιόλογα μουσικά περιοδικά. Η παρεμβατική δυναμική του Internet στην Ελλάδα είναι άλλωστε ακόμη εμβρυακή (στον πρώτο μήνα μάλιστα!). Ας ρίξουμε όμως μια ματιά στα έντυπα... Θα διαπιστώσουμε αυτό το περίφημο έλλειμμα πληροφόρησης και προβολής; Και ας θέσουμε και το αιχμηρό ερώτημα... Ποιος έχει μεγαλύτερη προβολή αναλογικά; Η Πέγκυ Ζήνα (επίσης τυχαία επιλογή!) ή οι .......; Στον trendy τσάμπα τύπο, o οποίος και αυτοβαυκαλίζεται ως εκφραστής των σύγχρονων τάσεων, η Πεγκούλα δεν έχει στον ήλιο μοίρα! Αντιθέτως, και οι δύο μεγάλες εφημερίδες της Αθήνας που διατείνονται ότι απευθύνονται στο πιο δυναμικό κομμάτι του πληθυσμού, με πάνω από 100.000 αναγνώστες, ασχολούνται και προβάλλουν εκλεκτικά μουσικές, που κυμαίνονται από το ρεύμα της folk και του shoegaze μέχρι τον πλέον άγνωστο στη μάνα του μουσικό της …intelligent minimal ambient! Πόσοι άραγε από αυτό το ...δυναμικό κομμάτι του πληθυσμού να ξέρουν πραγματικά τι είναι το ...shoegaze; Οι περισσότεροι δε από τους δίσκους αυτούς πολύ αμφιβάλλω αν τελικά πουλάνε πάνω από 100-200 κομμάτια σε όλη την επικράτεια...
Να περάσουμε και στην ...πληρωμένο τύπο; Οι περισσότερες εφημερίδες της «προοδευτικής» πτέρυγας, με τις μεγάλες κυκλοφορίες και τα μεγάλα συγκροτήματα από πίσω, στις μουσικές τους στήλες φτάνουν ως το παραδοσιακό και το έντεχνο, άντε και Νταλάρα με Αλεξίου! Και οι παρουσιάσεις των δίσκων των ......... δεν λείπουν ποτέ από τις σελίδες τους. Η Πεγκούλα από την άλλη θα δει εκεί το όνομα της μόνο σε χλευαστικό και σατιρικό πλαίσιο ή αν την πιάσουν να ...φοροδιαφεύγει! Ακόμη και οι εφημερίδες της ...Δεξιάς του Κυρίου, που ήταν τα τελευταία «λαϊκά» προπύργια (τι ειρωνεία ε;) έχουν κάνει στροφή στην ποιότητα! Δεν υπάρχει κάποιο έγκυρο έντυπο του μπουζουκιού, ένα αντίστοιχο έστω ...MiC, το οποίο να κάτσει να γράψει μια κριτική, ή έστω να ασχοληθεί σοβαρά και ουσιαστικά με τον καινούργιο της δίσκο! Μια Espresso (και οι κλώνοι της) και ένα «Πρώτο Θέμα» έμειναν για την όμορφη Πέγκυ...
Θα μου πείτε, ότι υπάρχει και η Τηλεόραση, ο μεγάλος αφέντης! Πράγματι, αλλά εκεί η Πέγκυ θα ακουστεί στα πρωϊνάδικα, μεταξύ σπανακόπιτας και μάσκαρας για το πρόσωπο, την ώρα που το «δυναμικό» κομμάτι του πληθυσμού δουλεύει ή ...κοιμάται μετά από hangover, στα μεσημεριανάδικα, όπου όμως κανείς δεν θα ασχοληθεί με τη μουσική της, αλλά με τον τελευταίο γκόμενο, το γάμο, το φουστάνι της και για την όποια κόντρα της με την Τάδε ανταγωνίστρια στάρλετ. Θα την καλέσουν και ο Χατζηνικολάου με τον Πρετεντέρη μία φορά το χρόνο, για να δουν και αυτή μια ακροαματικότητα στα ...σκέλια τους και αυτό ήτανε... Μόνο στο πλήρως απαξιωμένο πλέον ραδιόφωνο είναι αυτοκράτειρα η καλλικέλαδος αοιδός... Παρολ’ αυτά, η Πέγκυ κάθε βράδυ έχει το μαγαζί της γεμάτο και ο κόσμος περνάει καλά, ενώ οι ...... , οι οποίοι θα προβληθούν σε όλα τα free press, με κριτικές αποθεωτικές και ίσως κάποιο 9άρι από το ...στρυφνό MiC, θα μαζέψουν 500 εισιτήρια. Θέλετε 1000; 3000; ΟΚ! Και αυτά εφ’ άπαξ... Έτσι κι εμφανίζονταν κάθε βράδυ, στο τέλος θα κατέληγαν να παίζουν αυτοί μαζί με τον ηχολήπτη-κούκο και άλλους δύο (ούτε καν τρεις!)... Αρκεί λοιπόν η διαφορά στην προβολή για να δικαιολογήσει αυτή την χαώδη διαφορά;
Ίσως ήρθε η ώρα να απομυθοποιήσουμε το περιβόητο κλισέ περί των παντοδύναμων ΜΜΕ, που όλα τα ρυθμίζουν και τα κανονίζουν κατά βούληση... Αν ο Τύπος είχε τόση τεράστια δύναμη, στις συναυλίες π.χ. των Mary & the Boy θα έπρεπε να γίνεται λαϊκός ξεσηκωμός από το «δυναμικό κομμάτι του πληθυσμού». Και στο κάτω-κάτω της γραφής, πιστεύει αλήθεια κανείς ότι π.χ. η Κική Δημουλά (γιατί ο προβληματισμός μας δεν περιορίζεται μόνο στον μουσικό χώρο) όση προβολή κι αν είχε, θα πούλαγε ποτέ περισσότερο από την Μάιρα Παπαθανασοπούλου (βλ. Ιούδας που φιλούσε υπέροχα); Είναι που κάποια πράγματα είναι εξ ορισμού για τους λίγους. Όχι όμως (προσοχή!) γιατί αυτοί οι λίγοι είναι οι ιδιαίτεροι, οι προνομιούχοι, οι εκλεκτοί, οι καλλιεργημένοι...
Δεν έχω απαντήσεις σε πολλές από τις ερωτήσεις που τίθενται... Μπορώ ασφαλώς να σκεφτώ κάποιες που σαν μικροί παραπόταμοι θα αρδεύσουν την αλήθεια, αλλά δεν θέλω να εστιάσω εκεί. Προτιμώ να κρατήσω προς το παρόν κάποια «διδάγματα»... Διδάγματα που αφορούν σε κύριο βαθμό εμένα! Τώρα αν αγγίξουν και κάποιον άλλο, έχει καλώς.. Αν όχι, πάλι καλώς έχει!
Είναι λοιπόν καιρός, εμείς οι μουσικογραφιάδες (και όχι μόνο!) να κατέβουμε από το καλάμι και τη φαντασίωση ότι επηρεάζουμε τον κόσμο... Ας πάψουμε να πιστεύουμε ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου, ότι ο μικρόκοσμος μέσα στον οποίο έχουμε επιλέξει να κινούμαστε αποτελεί ΤΗΝ Πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα έχει αναρίθμητες πλευρές, όσες σχεδόν και οι εν ζωή άνθρωποι! Ας σταματήσουμε να μπλέκουμε τo talk of the …klika ή το talk of the parea και να το ανάγουμε σε talk of the town! Ας αναλογιστούμε και ας το χωνέψουμε με ...σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη ότι οι δίσκοι και οι μουσικές με τις οποίες ασχολούμαστε και παθιαζόμαστε, δεν αφορούν ενεργά παρά μόνο ένα απειροελάχιστο τμήμα του πληθυσμού της χώρας (προσωπικά δεν πιστεύω ότι αριθμεί πάνω από 30.000 πανελλαδικώς!)...
Και το βασικότερο όλων... Ας ξανα-ανακαλύψουμε και ας ξανα-αγαπήσουμε την μουσική... Ας αποβάλλουμε κατά το δυνατόν την κακή νοοτροπία της μειονοτικής ομάδας και το σύνδρομο του γαλατικού χωριού που ανέφερα σε πρόσφατο post (βλέπε: Win by losing). Ας αφήσουμε στην άκρη τα συγκινητικά παχιά λόγια και τον ιεραποστολικό ζήλο για την «άλλη Ελλάδα», αυτή που αντιστέκεται και που επιμένει, τις ηρωικές κορώνες και τους δεκάρικους για τη σωτηρία της ...ανεξάρτητης μουσικής. Δεν χρειάζεται να ανοίγουμε μέτωπα και να κυνηγάμε δονκιχωτικά ανεμόμυλους και εχθρούς, για να αναδείξουμε την αξία της όποιας μουσικής μας συγκινεί. Ας αγαπήσουμε τη μουσική που μας αρέσει, ας εκφράσουμε τα συναισθήματα που μας προκαλεί ένας δίσκος, ας υμνήσουμε με πάθος και ας θάψουμε με ακόμη πιο περίσσιο πάθος! Αλλά με θετικό πνεύμα... Όχι με ετεροκαθορισμούς και φανταστικές αντιπαλότητες...
Και μεταξύ μας... Ένας κόσμος όπου η Κική Δημουλά θα πούλαγε περισσότερα αντίτυπα από την Μάιρα Παπαθανασοπούλου, και ο Manyfingers θα σάρωνε τους πλατινένιους δίσκους και θα μάζευε περισσότερο κόσμο από την Πέγκυ Ζήνα, ίσως και να ήταν πιο δίκαιος! Αλλά σίγουρα θα ήταν αφόρητα βαρετός...
Αντώνης Ξαγάς
or the art of losing*
Πέρασε και φέτος η επέτειος της 17ης Νοέμβρη, μάλλον σεμνά, ήσυχα και απαρατήρητα... Ούτε καν η παράδοση των μολότοφ δεν τηρήθηκε για να γίνει και ο συνήθης δημοσιο-κορακίστικος ντόρος! Πέρα από αυτό, έχω την εντύπωση ότι κάθε χρόνο, όλο και φθίνουν οι συζητήσεις για το περιβόητο πνεύμα του Πολυτεχνείου και το εάν βρίσκεται ακόμη εν ζωή. Ίσως γιατί είναι πια γνωστό ότι τα έχει «τινάξει» προ πολλού, και κάποια γραφικά μνημόσυνα του έχουν απομείνει μόνο... Ότι μετατρέπεται άλλωστε σε επίσημη γιορτή (και αργία!), με κρατική ευλογία και λιβάνισμα, έχει πρώτα ξεδοντιαστεί και απογυμνωθεί από κάθε «επικίνδυνη» αιχμή και κάθε ουσιαστικό νόημα (εδώ καταθέτουν στεφάνια και η ...ΔΑΠ με την ΚΝΕ, τί άλλο να πεις!). Αλλά το θέμα αυτού του κείμενου δεν είναι το Πολυτεχνείο. Αυτό είναι μόνο η αφορμή...
Η αφορμή του ερωτήματος: ποιό ήταν τελικά το αποτέλεσμα της εξέγερσης του Νοέμβρη; To αποτέλεσμα από την στυγνή, ορθολογιστική, χρησιμοθηρική αν θέλετε, πλευρά! Πέρα από τους όποιους συμβολισμούς και τα όποια ιστορικά άλλοθι προσέφερε σε έναν ελληνικό λαό που είχε δεχτεί με απάθεια καλού νοικοκυραίου την επταετή χούντα... Λίγες μέρες μετά τα αιματηρά γεγονότα, ένας ακόμη πιο σκληρός δικτάτορας, ο διοικητής του ΕΑΤ-ΕΣΑ Ιωαννίδης, έβαλε στο ...γύψο τον Παπαδόπουλο, η καταστολή έγινε ακόμη πιο άγρια, η δε χούντα τελικά θα πέσει σαν ...παραγινωμένο φρούτο στα χέρια του Καραμανλή του Α’, μόνο μετά τα τραγικά γεγονότα της Κύπρου. Το φοιτητικό ξεσήκωμα επηρέασε την πορεία των γεγονότων λιγότερο απ’ όσο θα επηρέαζε την πορεία ενός τριαξονικού η σύγκρουση με μία ...γάτα! Έμεινε όμως η ηρωική θυσία των παιδιών... Ένα το κρατούμενο!
Να πιάσουμε μια άλλη εθνική επέτειο; 28η Οκτωβρίου... Μπορεί να έχει περάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο ως νίκη, αλλά... Ποιό ήταν το τελικό αποτέλεσμα; Πράγματι, μέχρι ενός σημείου, ο ελληνικός στρατός νικούσε και κόντευε να ρίξει τους Ιταλούς στη θάλασσα! Αλλά κάποια στιγμή τα δεδομένα αντιστράφηκαν... Τί σόι «νίκη» ήταν αυτή λοιπόν, η οποία οδήγησε σε μια ταπεινωτική υποχώρηση, μια σχεδόν προδοτική συνθηκολόγηση και τελικά σε τέσσερα σκοτεινά χρόνια μιας στυγνής τριπλής Κατοχής; Μια «νίκη» του τύπου «θα είχαμε κερδίσει το ματς αν το ματς έληγε στο 20’, όταν προηγούμασταν 1-0», για να χρησιμοποιήσω μια αθλητική αναλογία! Έμεινε όμως η ηρωική θυσία στα παγωμένα βουνά της Αλβανίας... Δύο τα κρατούμενα!
Ας προσθέσω στο σημείο αυτό την ενδιαφέρουσα, και διόλου άσχετη παρατήρηση, ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που γιορτάζει την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου! Οι άλλες χώρες γιορτάζουν είτε τη λήξη της αιματοχυσίας είτε την απελευθέρωση τους από τα φασιστικά στρατεύματα. Θα μου πείτε βέβαια, εμείς τι να γιορτάζαμε; Η απελευθέρωση έγινε αφετηρία ενός άγριου εμφύλιου πόλεμου, που το τέλος του βρήκε τη χώρα διχασμένη και πολλούς από τους συνεργάτες των κατακτητών να έχουν αναβαπτιστεί στην εθνική κολυμπήθρα, σε μια μοναδική στην ιστορία αντιστροφή των ρόλων... Ας μην χάσουμε όμως τη στόχευση! Η οποία είναι ότι και πάλι τιμούμε και εορτάζουμε την (αναποτελεσματική) αντίσταση των λίγων έναντι των πολλών...
Αν σκαλίσουμε την ιστορία θα ψαρέψουμε κι άλλα παραδείγματα... Από την ένδοξη αρχαιότητα, ποια είναι η μάχη που έχει χαραχτεί με τα πιο χρυσά γράμματα στην ιστορία; Δεν είναι ούτε η μάχη του Μαραθώνα ούτε η μάχη της Σαλαμίνας, αμφότερες θριαμβευτικά νικηφόρες! Είναι η μάχη των Θερμοπυλών και η θυσία των 1000 (γιατί υπήρξαν και 700 Θεσπιείς οι οποίοι αγνοούνται για άγνωστους λόγους!)... Σε τέτοιο σημείο, που οι σημερινοί απόγονοι να παραληρούν στα σινεμά ελληνοπρεπώς «this is Spartaaaa» μπουκωμένοι από εθνοτονωτικές φαντασιώσεις. Η οποία όμως μάχη των Θερμοπυλών ήταν τυπικά και ουσιαστικά μια ήττα! Γιατί όπως έγραψε κι ο ποιητής, στο τέλος οι Πέρσες τελικά διάβηκαν... Τρίτο κρατούμενο!
Ακόμη και το ποδόσφαιρο, ως καθρέφτης της μαζικής ψυχολογίας μιας κοινωνίας, μπορεί να τροφοδοτήσει τη σκέψη μας! Πριν από λίγες εβδομάδες, ο Ολυμπιακός χάνει στο άντρο της Ρεάλ Μαδρίτης με 3-2, παίζοντας το μεγαλύτερο μέρος του αγώνα με αριθμητικό μειονέκτημα, πραγματοποιώντας μια εκπληκτική και απρόσμενη εμφάνιση. Την επομένη οι αθλητικές -και όχι μόνο- φυλλάδες με πηχυαίους τίτλους κρέμονταν από τα μανταλάκια: «πολέμησαν και έπεσαν σαν ήρωες»! Έχω δε την εντύπωση ότι πολλοί «γαύροι» χάρηκαν αυτή την ήττα περισσότερο ακόμη και από το ιστορικό διπλό στη Βρέμη! Τέταρτο κρατούμενο!
Θα μπορούσα να συνεχίσω την παράθεση κρατουμένων μέχρι να γεμίσει ολόκληρη …φυλακή! Που θέλω να καταλήξω; Δεν έχω συμπεράσματα! Ελπίζω όμως να αρχίζει να διαφαίνεται το σχήμα του προβληματισμού... Το οποίο είναι η παρατήρηση ότι στην Ελλάδα υπάρχει έντονα χαραγμένη και βιωμένη μία, ας την βαφτίσω, «κουλτούρα της ήττας». Όχι, προς παρεξήγηση, της ηττοπάθειας! Αλλά μια στάση και μια ψυχολογία η οποία κατά βάση αγνοεί το αποτέλεσμα προς χάριν της θυσίας για μια μεταφυσική και ανώτερη τιμή, δόξα, αρετή… Μιας θυσίας που πάντα πραγματοποιείται απέναντι σε έναν υπέρτερο σε πλήθος εχθρό… Ελληνική ιδιοτυπία; Ίσως! Δεν ξέρω άλλους λαούς να έχουν εθνική εορτή την επέτειο μιας ήττας. Με μία εξαίρεση! Τους πάλαι ποτέ ...αδερφούς μας Σέρβους, οι οποίοι γιορτάζουν την πανωλεθρία που υπέστησαν στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου από τους Οθωμανούς. Να είναι τυχαία αυτή η ομοιότητα;
Σε αυτή την βαθιά εμπεδωμένη ψυχολογία ίσως να οφείλεται και η ευρύτατη απήχηση και η ακατανόητη έλξη που ασκούν στους Έλληνες οι κάθε είδους θεωρίες συνωμοσίες και φαντασιώσεις που θέλουν σκοτεινά ανθελληνικά (ερώτηση: σε πόσες γλώσσες του κόσμου υπάρχει ανάλογη έκφραση;;) κέντρα να απεργάζονται την εξόντωση του ελληνισμού! Το σύνδρομο του γαλατικού χωριού… Μόνοι εναντίον όλων… Εναντίον Εβραίων, Τούρκων, Αμερικανών, μασόνων, ενάντια στο κερασφόρο τέρας της Νέας Τάξης και της παγκοσμιοποίησης. Διογκώνοντας το μέγεθος του εχθρού, μεγιστοποιείται η δυσκολία του αγώνα, η θυσία και φυσικά, η …ήττα!
Το φαινόμενο αυτό εκδηλώνεται στην πιο ακραία του έκφανση στην ελληνική Αριστερά. «Επέσατε θύματα, αδέρφια εσείς, σε άνιση πάλη κι αγώνα» έλεγε το αγωνιστικό ρεφρέν… Ολόκληρη η αριστερά έχει δομήσει την ύπαρξη της πάνω στο αγιάτρευτο Πένθος, την Απώλεια και την Ήττα... Υπάρχει ποίηση της Ήττας... Μουσική της Ήττας… Έχοντας δε διαβάσει κυριολεκτικά δεκάδες βιβλία με απομνημονεύματα και αναμνήσεις αριστερών αγωνιστών, διαπιστώνω (όσο βέβηλο ή ακραίο κι αν ακούγεται) μια υποδόρια μαζοχιστική χαρά και μια «μαρτυρική» ψυχολογία ανωτερότητας, παρόλα τα βασανιστήρια, τις εξορίες και τους κατατρεγμούς (περισσότερα για αυτό το θέμα θα βρείτε στο εξαιρετικό προκλητικό βιβλίο του Άκη Γαβριηλίδη –αγνοείστε τον βαρύγδουπο τίτλο- «Η αθεράπευτη νεκροφιλία του ριζοσπαστικού πατριωτισμού»)… Μια πραγματική ειδωλοποίηση και εξιδανίκευση της Ήττας… Ίσως και γι’ αυτό να μην έχει υπάρξει στην Ελλάδα ποτέ σοβαρή εφαρμόσιμη αριστερή πρόταση… Γιατί η Αριστερά έχει συνηθίσει να είναι γενναία, αγωνιστική, ηρωική, ρομαντική, να αντιστέκεται ηρωικά και να πέφτει θυσιαζόμενη, όχι όμως να νικά!
Έχει ομολογουμένως μια γοητεία αυτή η στάση! Δείχνει μια υγιή αντίσταση απέναντι στη μοντέρνα φετιχιστική λατρεία του αποτελέσματος και της επιτυχίας, η οποία ενσαρκώνεται σε αυτό που (ατυχώς) έχει ονομαστεί «αμερικάνικο όνειρο»… Μέσα δε από την σωστή της διαχείριση, μία ήττα χαλυβδώνει, δυναμώνει, διδάσκει... Ας αναρωτηθούμε επίσης τί σημαίνει Νίκη στη ζωή... Η κάθε ζωή δεν κρύβει στο τέλος της την μεγάλη αναπόφευκτη «Ήττα»;
* Τραγούδια των Wax Heroes και The Ex αντίστοιχα
Αντώνης Ξαγάς
Διαβάζοντας τα πολύ ωραία, ιδιαίτερα στην αντιπαραβολή τους, κείμενα του Βασίλη και του Τάσου για το βιβλίο ‘Η Περί Θεού Αυταπάτη’, θυμήθηκα ένα περιστατικό, που πέρα από την (όποια) πλάκα του είναι ενδεικτικό της βαθειά σκοτεινής φύσης των προσηλυτιστών.
Ήταν που λέτε Σάββατο πρωί κατά τις έντεκα - μια χαρά ώρα για να ξυπνήσεις αν δεν έχεις ξενυχτήσει το προηγούμενο βράδυ (κι εγώ δεν είχα), αν όμως έχεις ξενυχτήσει είναι πολύ νωρίς. Εκεί λοιπόν που απολάμβανα τον πρωινό μου ύπνο, ακούω το κουδούνι του σπιτιού να βαράει σα δαιμονισμένο (τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι τυχαία η παρομοίωση). Μια δύο τρεις … πέντε έξι φορές, δυνατά κι επίμονα - ήταν και από τα παλιά εκκωφαντικά κουδούνια, με ξύπνησε για τα καλά. Επειδή όμως δεν είμαι από τους ανθρώπους που πετάγονται ξεμαλλιασμένοι και με μάτια κινέζου για να σηκώσουν τηλέφωνα ή να ανοίξουν πόρτες, παρέμεινα ακίνητη κάτω από τα σκεπάσματα, μέχρι να τελειώσουν οι ομοβροντίες.
Μετά έριξα ένα βλέφαρο στο ξυπνητήρι, 11 η ώρα, ωραία λέω, τουλάχιστον δε μου καταστράφηκε από νωρίς ο ύπνος. Κι ενώ όμως απολάμβανα το χουζούρι μου, ανήσυχες σκέψεις άρχισαν να τρυπώνουν στο μυαλό μου και να το τριβελίζουν. ‘Δεν μπορεί, για να βαράνε έτσι κάτι θα συνέβη… Λες να έπιασε φωτιά; …Λες να έγινε διαρροή φυσικού αερίου;…’ Με κάτι τέτοια σενάρια φόβου και παράνοιας στην πολυκατοικία να κάνουν τη μεταΰπνια νιρβάνα μου κομμάτια, σηκώθηκα σιγά σιγά, έβαλα τη φορμίτσα μου και κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας, έτοιμη να αντιμετωπίσω το τρίτο Ράιχ. Εκεί πέτυχα τον από κάτω μου και τον ρώτησα τι στο καλό συνέβη και στενάξανε τα κουδούνια. «Τίποτα μωρέ» μου λέει «κάτι Ιεχωβάδες ήταν και τους έδιωξα - φοβούνται και οι γριές στον τρίτο».
Και σκέφτομαι τώρα εγώ, αχ και να είχα φιλοτιμηθεί και να είχα σηκωθεί από το κρεβάτι τρεκλίζοντας από τη νύστα, για να ανοίξω στην ‘επείγουσα ανάγκη’. Τους φαντάζομαι να χώνουν στα αγουροξυπνημένα μούτρα μου το βιβλιαράκι ‘Ξύπνα’ (τελικά κυριολεκτούσε ο ποιητής!), έτσι για να μου γίνει το μάτι εντελώς γαρίδα. Και δεν μπορώ να μην φανταστώ τα μπινελίκια που θα έτρωγαν από την υποψήφια ιεχωβού, και –σε μια όμορφη σουρεαλιστική σεκάνς– να τρέπονται σε φυγή slow motion, παραπατώντας τα σκαλιά και ρίχνοντας ιεχωβικά ξόρκια στην οξαποδώ.
Δηλαδή συγγνώμη, αλλά ο μόνος λόγος για να χτυπάς επίμονα το κουδούνι ενώ η πόρτα δεν ανοίγει είναι για να ξυπνήσεις τον ένοικο (ή, ακόμη χειρότερα, να καταστρέψεις τη χαλάρωση μιας λίαν προσωπικής session στο …w.c.) - αν λείπει, όσο και να βαράς δεν πρόκειται να σου ανοίξει ο άλλος του εαυτός. Να τον ξυπνήσεις (στην περίπτωσή μου) - από τις πιο ασεβείς και βάρβαρες κατά τη γνώμη μου παρεμβάσεις στη ζωή κάποιου, να του διακόψεις την ανάπαυσή του ημέρα Σάββατο, ήτοι ημέρα ξυπνητηριακής σιγής, κι αυτό γιατί; Κατ’ αρχάς γιατί πιστεύεις ότι είναι μαλακία να κοιμάται κάποιος τόσο ‘αργά’ (έννοια απόλυτα σχετική, π.χ. για τον παππού μου το ‘αργά’ ήταν οποιαδήποτε ώρα μετά τις 8), οπότε να τον ξυπνήσουμε τον ακαμάτη - αυτός είναι ο πρώτος καταναγκαστικός τους Στόχος (στόχος, σκοπιά, ξύπνα κ.λπ. - φυλλάδες με κάτι απίστευτα κιτς ζωγραφένιους παράδεισους).
Μετά ακολουθεί η δεύτερη ‘επίσημη’ πρόθεσή τους, δηλαδή να σου αμολήσουν τις ιεχωβίστικες μπούρδες τους (δεν τους φτάνει που είσαι χριστιανή ορθόδοξη, τύπος κι υπογραμμός δηλαδή, όχι εκεί αυτοί, να σε κάνουν και ιεχωβού). Δε θέλω καν να σκεφτώ τα μούτρα των αργόσχολων που παίρνουν τους δρόμους και βαράνε τα κουδούνια με θράσος, για να σου πουν ότι ‘φίλε είσαι λάθος, εμείς είμαστε οι σωστοί και κάτσε να μας ακούσεις’. Γιατί αυτή είναι και η πραγματική τους επιθυμία, να στην πουν και να στο παίξουν πνευματικοί άνθρωποι - ανώτεροι από σένα το αδιάφορο χαϊβάνι. Και αλτρουιστές, που αφιερώνουν τις ώρες τους για να σε βάλουν και σένα στο παραδείσιο κλαμπ τους.
Δυστυχώς όμως, αν έχεις την ατυχία να σε πετύχουν, ο σωτήριος χρόνος τους ροκανίζει τον δικό σου πολύτιμο χρόνο - σαν κακός πλασιέ που ξέρει ότι δεν πρόκειται να αγοράσεις το φτηνιάρικο προϊόν του κι όμως απολαμβάνει σαδιστικά την κατάχρηση της ευγένειας και της υπομονής σου. Μετά από μια τέτοια συγκλονιστική συνάντηση, για το μόνο που σίγουρα θα μαρτυρήσεις, είναι για το κακό σου συναπάντημα.
Ροζίτα Σπινάσα
Είναι πλέον κοινή ομολογία ότι τα τελευταία χρόνια έχουμε μπουχτίσει από αρθράκια διάσπαρτα στον τύπο –free ή σκλαβωμένο– που υμνούν τα περίφημα urban vibes της Αθήνας, τα οποία βρίσκονται παντού, από το σούπερ ντούπερ ψαγμένο καφέ στη Σκουφά μέχρι το ‘καλτ’ (?) τυροπιτάδικο του κυρ Θανάση στην κάτω γειτονιά. Από παντού φαίνεται να αναδύεται μια ιδιότυπη ατμόσφαιρα, ένα μεθυστικό ελιξίριο ή κάτι τέλος πάντων, που μεταμορφώνει ως δια μαγείας το κάθε σημείο και την κάθε στιγμή σε μυσταγωγική εμπειρία, ή, στη χειρότερη περίπτωση, σε ένα αξιομνημόνευτο πολιτισμικό γεγονός. Και το οποίο φυσικά, αν θέλεις να είσαι κι εσύ στο κόλπο, οφείλεις να οσμίζεσαι με κάθε ευκαιρία. Ο κάθε δρόμος πλέον έχει τη δική του ιστορία και ο κάθε περαστικός μετατρέπεται σε εκφραστή μεταμοντέρνων τάσεων κι έγκριτης αστικής προβληματικής.
Κι αναρωτιέμαι, μετά από αναγνώσεις δεκάδων τέτοιων κειμένων, πάντα έτσι μαγευτική ήταν η Αθήνα και δεν το είχαμε πάρει χαμπάρι τόσα χρόνια; Βέβαια, είναι αλήθεια ότι αυτός που μεγαλώνει σε έναν τόπο δεν πολυασχολείται με τέτοια πράγματα: Είτε πρόκειται για πόλη, είτε για χωριό, οι εικόνες του καταγράφονται από την αρχή στην ασυνείδητη μνήμη του κατοίκου, χωρίς αυτός να μπαίνει στη διαδικασία περαιτέρω αναζητήσεων. Απλά, πάει εκεί που είναι να πάει και κάνει αυτά που είναι να κάνει, χωρίς να σεληνιάζεται από υπογείως γοητευτικά φρου φρου κι αρώματα. Γιατί η ίδια η ζωή είναι κατά βάση μια καθημερινή, αυτοματοποιημένη διαδικασία, χωρίς ψυχαναγκαστικές κατηγοριοποιήσεις και επιμελώς αυθόρμητα σκιρτήματα.
Τι έχει όμως τώρα αλλάξει και ένα νέο είδος λυρικού λόγου φαίνεται να ξεπηδά, με αφορμή τους δρόμους και τα στενά της Αθήνας; Κατ’ αρχήν το προφανές: Οι οδηγοί πόλης πρέπει να γεμίσουν κάθε βδομάδα τις σελίδες τους, μεταμορφώνοντας τη φυσική ροή της ζωής μας στην πόλη, σε ένα αφύσικο lifestyle. Ποια όμως είναι τα ‘λαγωνικά’ που κάθε βδομάδα οσμίζονται και καινούργιες μυρουδιές αστικής καθαρότητας; Ο ρόλος αυτός είναι κατ’ αρχήν αφύσικος για έναν Αθηναίο, αφού μόνο πραγματικά ξεχωριστές στιγμές μπορούν να ξεπεράσουν το φίλτρο της καθημερινότητας και να μετουσιωθούν σε εμπειρία αξιομνημόνευτη. Για εύκολες, εβδομαδιαίας συχνότητας, συγκινήσεις είναι λοιπόν απαραίτητη η ανεξοικείωτη ματιά του επισκέπτη-εξερευνητή.
Γι’ αυτό και, τελικά, δεν είναι τυχαίο ότι ένας μεγάλος αριθμός από τους συντάκτες των άρθρων για την Αθήνα έχουν έρθει από άλλες πόλεις της Ελλάδας. Έτσι, με την ιδέα της ‘πρωτεύουσας’ να έχει εγγραφεί στο σκληρό τους δίσκο ως ένα a priori μέρος εξωτικού προορισμού, ανακαλύπτουν, στις φρέσκιες γι’ αυτούς εικόνες της Αθήνας, τις παραπάνω αύρες, ατμόσφαιρες και τα παρελκόμενα ευγενή στοιχεία.
Κι όμως, οι εντυπώσεις αυτές δεν οφείλονται στην καθαρή κι αισθητικά ευαίσθητη ματιά τους. Το αντίθετο μάλιστα, οφείλονται στις στερεοτυπικές εικόνες τους για την Αθήνα, που, επεμβαίνοντας παραμορφωτικά, σχηματίζουν το τελικό αποτέλεσμα με βάση τις ενυπάρχουσες δικές τους προσδοκίες και προκαταλήψεις. Και –το κυριότερο– προβάλλοντας σ’ αυτό, εμμέσως πλην σαφώς, τη δική τους προσωπική εικόνα επιτυχίας και καταξίωσης: Αυτό που για κάποιον ντόπιο είναι απλά η κατεστημένη καθημερινότητα, για τους νέους (και πάντα καλοδεχούμενους, για να μην παρεξηγούμαστε) συμπολίτες μας είναι το προσωπικό τους έβερεστ. Όχι μόνο η μετάβασή τους στην Αθήνα, μα και η δημιουργία ‘έγκριτων’ δημοσιογραφικά κειμένων για τις ημέρες και για τις νύχτες της!
Βέβαια, η παραπάνω εξέλιξη δεν είναι απαραίτητα κακή - αν και είναι ομολογουμένως παράδοξο να παραδίδουν μαθήματα know how και know where για μια πόλη οι μέχρι πρότινος επισκέπτες της. Το θέμα είναι ότι κάπου εδώ αρχίζει η γνωστή ιστορία της υπερβολής και της αβάσιμης φημολογίας, με περιγραφές που θαρρείς πως αναφέρονται σε διαφορετικό χωροχρόνο. Και με την Αθήνα να συνεχίζει στη δική της παράλληλη, μοναχική και δύσκολη πορεία. Σαν μια ακόμη μοναχική και δύσκολη πόλη.
Ροζίτα Σπινάσα
Είναι πολλές φορές που, παρακολουθώντας την εκπομπή «Άλλαξέ το» –αυτή με τον διακοσμητή πρώην ‘survivor’– με έτρωγε το χέρι μου να την κράξω δημοσίως και εγγράφως. Το άφηνα όμως, γιατί η τηλεκριτική είναι από τα πιο εύκολα πράγματα που μπορεί να γίνουν. Βλέποντας όμως την έναρξη της τρίτης της σεζόν, με τον παρουσιαστή, ενθαρρυμένο από την καταξίωσή του ως επίσημο μετρ της διακόσμησης, να έχει αναπτύξει μια αυτοκρατορικά αλλοπαρμένη διάθεση, θα το πω και παραέξω: Κατά την ταπεινή μου γνώμη πρόκειται για την πιο ελιτίστικη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης. Με έναν υφέρπων φασισμό που ξεγλιστρά αρχικά απαρατήρητος, καθότι αφορά τον απολιτίκ χώρο της διακόσμησης, που όμως δεν παύει –από τη φύση του– να έχει και κοινωνικές προεκτάσεις.
Σαφέστατα, ο παρουσιαστής δεν εισέβαλε σε κανενός το σπίτι με το ζόρι, για να επιβάλλει τις απόψεις του περί γούστου και οικιακού στιλ - αντιθέτως οι αιτήσεις του κόσμου στην εκπομπή του είναι διαρκώς υπεράριθμες. Λογικό είναι: Μεγάλη πρόκληση η εντελώς δωρεάν αλλαγή του σπιτιού, και μάλιστα σε ένα χώρο φαντεζί και σούπερ τρέντι, σαν αυτούς που φιγουράρουν στα περιοδικά και στα πολύχρωμα πάνελ της τηλεόρασης. Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις πρόκειται για ανθρώπους που δεν έχουν καν την οικονομική δυνατότητα να εκμοντερνίσουν το σπίτι τους, ενώ οι υπόλοιποι προφανώς θεωρούν τους εαυτούς τους ανίκανους να δημιουργήσουν αυτοί κάτι τόσο προχωρημένο.
Κάπως έτσι λοιπόν ορμά στα συνήθως πεπαλαιωμένα σαλόνια ο διακοσμητής της εκπομπής, κι αφού πρώτα περιγελάσει στα μούτρα των ιδιοκτητών το κιτς και τη μπαναλιτέ του υπάρχοντος χώρου, αρχίζει τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του, για την εκ θεμελίων αλλαγή του. Σχέδια που απαραιτήτως περιλαμβάνουν μεγάλες ποσότητες εκτυφλωτικά έντονων χρωμάτων. Φυσικά, το προφίλ των κατοίκων του σπιτιού, το εξωτερικό του κτιρίου και το ύφος της γειτονιάς δεν λαμβάνεται ιδιαίτερα υπ’όψιν. Έτσι, για παράδειγμα, ένα παλιό διώροφο του ‘60 στην Ηλιούπολη κατέληξε να είναι στο εσωτερικό του σαν κραυγαλέου χρωματισμού λονδρέζικος χώρος διασκέδασης.
Επίσης, μου είναι δύσκολο να φανταστώ τους απλούς, λαϊκούς ανθρώπους, που μέχρι πρότινος ζούσαν με τα σεμεδάκια και τα σκρίνια τους, να αντέχουν περισσότερο από μια βδομάδα μέσα στους έξαλλα βαμμένους τοίχους, χωρίς ψυχοτραυματικές παρενέργειες - εγώ τουλάχιστον δεν θα άντεχα. Ούτε μπορώ να φανταστώ τον κυρ Ανέστη τον μηχανικό, που θα γυρνά κατάκοπος το μεσημέρι από το συνεργείο, να αράζει στον φούξια καναπέ του αγναντεύοντας τις καναρινί κουρτίνες. Δεν έχω φυσικά τίποτα με τον συμπαθέστατο κύριο Ανέστη, μα δεν είναι ο άνθρωπος που προσδιορίζει τον χώρο του κι όχι ο χώρος τον άνθρωπο;
Βέβαια, το αποκορύφωμα είναι η ώρα της αποκάλυψης του νέου σπιτιού, στους ανυποψίαστους μέχρι τότε ενοίκους του: Οι άνθρωποι συγκινούνται μέχρι δακρύων, μην πιστεύοντας στα μάτια τους ότι έχουν πλέον και αυτοί ένα τόσο τρέντι σπίτι, ενώ ο διακοσμητής-Δημιουργός συγκινείται κι αυτός αυτάρεσκα, χαρούμενος που σκόρπισε τα φώτα της μόδας και στον μπίθουλα, τα σαλόνια του οποίου είχε πριν λίγο απροκάλυπτα χλευάσει.
Κάτι που φυσικά δεν ξεχνάει μέχρι την τελευταία στιγμή, γι’αυτό και ζητάει από τους ενοίκους να του δώσουν το σουβενίρ του: Δηλαδή το κατά τη γνώμη του πιο κακόγουστο αντικείμενο του προηγούμενου σπιτιού! Το οποίο περιγελά μπροστά στην κάμερα για μια ακόμη φορά, χωρίς φυσικά να τον απασχολεί η συναισθηματική του αξία για τους πρώην ιδιοκτήτες του, ούτε το ότι γι’αυτούς ίσως ήταν ένα από τα ωραιότερα αντικείμενα του σπιτιού τους.
Μπορώ πάντως να φανταστώ την αιτία της εμμονής του: Σύμφωνα με γνωστό κανόνα στιλιστικής ματαιοδοξίας, το συνειδητό –εν είδη ειρωνείας– kitsch είναι άποψη. Κι αν μιλάμε για ολόκληρη συλλογή από κακόγουστα αντικείμενα, ‘τότε το πράγμα ξεπερνά τα όρια του kitsch και μεταμορφώνεται σε έγκριτο cult’, σκέφτεται ο παρουσιαστής και μαζεύει και το επόμενο ‘λάφυρο’. Αποκτώντας μαζί του επάξια και τον τίτλο ‘Αννίτα Πάνια της διακόσμησης’.
Ροζίτα Σπινάσα
“ …Έτσι για να θυμόμαστε ότι η ζωή είναι μια φονική μάχη και ότι η φύση δεν είναι "φίλος" μας και δεν μπορούμε να ζήσουμε σε αρμονία μαζί της. Η μόνη αρμονία με τη φύση είναι ο ...θάνατος” έγραψε πριν λίγες ημέρες ο Αντώνης μιλώντας για ένα ντοκιμαντέρ με θέμα την ζωή στη άγρια φύση. Αυτό βέβαια είναι κάτι που έχουμε πάρει χαμπάρι από παιδιά: Με τον επιστημονικό χαρακτήρα των ντοκιμαντέρ να μην επιτρέπει κανενός είδους εικονοκρισία, εκεί που καθόμασταν μπροστά στην τηλεόραση να πάρουμε μια ακίνδυνη ψυχαγωγική δόση από το φυσικό περιβάλλον, καταλήγαμε να βλέπουμε αιματοχυσίες που θα ζήλευαν κι οι πιο ακατάλληλες σπλατεριές του μεταμεσονύχτιου προγράμματος.
Δεν θα πάω και πολύ μακριά, παρά μέχρι τον απόλυτα ελεγχόμενο, από τα χεράκια του κηπουρού πλασμένο κήπο της πολυκατοικίας μου: Χαλαρώνοντας στη βεράντα, έχω ήδη παραστεί μάρτυρας σε δύο τρεις ανελέητους γατοκαβγάδες (συνηθισμένο θέαμα βέβαια και από τους δρόμους της γειτονιάς, με ηχητικά εφέ που κάνουν τα ντουβάρια να τρίζουν), αλλά και ενός αποτρόπαιου και χυδαίου βιασμού χελώνας - υπό την υπόκρουση εξίσου ανατριχιαστικών κοπανημάτων! (η στατιστική που λέει ότι τα περισσότερα ατυχήματα συμβαίνουν στο σπίτι είναι για τη χελώνα …μονόδρομος).
Ειδυλλιακή λοιπόν φύση δεν υπάρχει, πέραν από τις φωτογραφίες των καρτ ποστάλ, άντε κι από τα απολύτως ελεγχόμενα, για τουριστική κατανάλωση προοριζόμενα σαφαροτόπια. Λίγο παραέξω να πάει ο άνθρωπος κι ο κίνδυνος καραδοκεί: Το ποτάμι που ξεχείλισε, ο κεραυνός που βρόντηξε, η θανατηφόρα οχιά που δάγκασε, η πεινασμένη αρκούδα που όρμησε. Κάπως έτσι, στο πι και φι, γυρνά ο ανυποψίαστος σύγχρονος άνθρωπος πολλά πολλά χρόνια πίσω στην ιστορία του. Γίνεται και πάλι ένα πλάσμα γυμνό κι ανυπεράσπιστο στις βίαιες δυνάμεις της φύσης, ορατές ή ύπουλες.
Αυτός είναι άλλωστε κι ο λόγος που ο άνθρωπος κατέληξε να γίνει ‘ον κοινωνικό’: Παρά τα όσα μας λένε κάθε μέρα η τηλεόραση και τα περιοδικά, ο απώτερος στόχος της ανθρώπινης συμβίωσης δεν ήταν οι βραδινές έξοδοι με την κούρσα και όλα τα παρελκόμενα, μα η ανάγκη να ταμπουρωθούν απέναντι στο σκληρό φυσικό περιβάλλον που τους απειλούσε, γεμάτο αιμοβόρα, πολύ δυνατότερα από τους ανθρώπους ζώα.
Η μόνη λύση λοιπόν για την ανθρώπινη επιβίωση σε μια άνομη και αήθη φύση, ήταν η δημιουργία ενός τόπου έξω από τη ζούγκλα της, όπου ο άνθρωπος θα λύγιζε την μέχρι τότε αδιαμφισβήτητη δύναμή της, θέτοντας σε αυτήν τους δικούς του κανόνες. Ο άνθρωπος ενάντια στην μητέρα φύση, ήταν ο μόνος τρόπος για την επιβίωση αυτού του ευάλωτου μα και πανέξυπνου παιδιού της.
Μερικές χιλιάδες χρόνια αργότερα, ο άνθρωπος έχει κερδίσει το προπατορικό στοίχημα και με το παραπάνω: Ολόκληρη σχεδόν η γη έχει τεθεί στην εξουσία του, εκατοντάδες ζώα έχουν μετατραπεί σε υπηρέτες του σπιτιού και της κοιλιάς του, η πανίδα και η χλωρίδα υποφέρει και εξαφανίζεται από τον ασύδοτο επεκτατισμό του. Μετά από τόσα χρόνια, οι έννοιες ‘φύση’ και ‘άνθρωπος’ έχουν αποξενωθεί η μία από την άλλη, σαν δυο αντίπαλοι σε ευθεία αντιπαράθεση, με τους ρόλους τους ξεκάθαρους: Η καλή φύση και ο κακός άνθρωπος.
Σα να ξεχνάμε όμως ότι αυτό που στην ουσία κάνει ο άνθρωπος, είναι να υπακούει στις ίδιες τις φυσικές επιταγές - αυτές που θέλουν νικητή τον ισχυρότερο, χωρίς να νοιάζονται για τον πόνο του ηττημένου και για το αίμα του σκοτωμένου. Όπως και στα ντοκιμαντέρ που λέγαμε παραπάνω, μόνο που τώρα είναι η φύση ολάκερη που αιμορραγεί, παραδομένη στην αυτοκαταστροφική της μοίρα: Πληρώνοντας το θρίαμβο του πιο προκομμένου της παιδιού…
Ροζίτα Σπινάσα
Twitter Updates
Archives
- June (2)
- February (1)
- June (2)
- May (4)
- April (4)
- March (4)
- February (4)
- January (1)
- December (3)
- November (4)
- October (1)
- June (3)
- May (3)
- April (2)
- March (4)
- February (3)
- January (4)
- December (3)
- November (3)
- June (3)
- May (4)
- April (3)
- March (4)
- February (7)
- December (4)
- November (3)
- October (1)
- June (2)
- May (3)
- April (4)
- March (5)
- February (4)
- January (3)
- December (4)
- November (4)
- October (2)
- March (1)
- February (4)
- January (4)
- December (4)
- November (4)
- October (3)
- June (4)
- May (4)
- April (5)
- March (3)
- February (4)
- January (3)
- December (4)
- November (4)
- October (3)
- July (2)
- June (4)
- May (4)
- April (3)
- March (5)
- February (4)
- January (3)
- December (3)
- November (5)
- October (4)
- July (1)
- June (4)
- May (4)
- April (3)
- March (3)
- February (5)
- January (3)
- December (4)
- November (5)
- October (5)
- July (2)
- June (4)
- May (4)
- April (4)
- March (4)
- February (5)
- January (4)
- December (5)
- November (4)
- October (4)
- September (1)
- July (3)
- June (3)
- May (5)
- April (4)
- March (3)
- February (4)
- January (4)
- December (6)
- November (4)
- October (4)
- March (4)
- February (3)
- January (4)
- December (3)
- November (4)
- October (5)
- September (2)
- July (2)
- June (4)
- May (5)
- April (3)
- March (3)
- February (5)
- January (3)
- December (4)
- November (5)
- October (3)
- September (2)
- July (4)
- June (5)
- May (4)
- April (4)
- March (6)
- February (4)
- January (4)
- December (4)
- November (5)
- October (4)
- September (5)
- July (4)
- June (5)
- May (4)
- April (7)
- March (5)
- February (5)
- January (4)
- December (5)
- November (5)
- September (1)
- July (2)
- June (3)
- May (1)
- April (2)
- March (1)
- February (1)
- January (3)
- November (1)
- October (1)
- July (1)
- May (1)
- March (3)
- February (2)
- January (2)
- December (1)
- November (4)
- October (5)
- September (11)
- August (7)
- July (13)
- June (15)
- May (11)
- April (14)
- March (22)
- February (8)
- January (8)
- December (10)
- November (10)
- October (17)
Links
- aliki's washing machine
- all gone
- alt. rock & indie music
- back to mono
- bug in the city
- fantastikoi hxoi
- gatouleas
- gsus_saved
- human traffic
- ibis
- indictos
- lkrory21
- lost bodies
- monsieur hulot
- mouxlaloulouda
- music comma
- music will save us all
- musica-re
- narita
- orphan drugs
- silent crossing
- songs for my funeral
- sonic death monkey
- sound injections
- soundeyet
- stereonova
- tam tam radio
- we are the music makers
- άκου αυτό
- άσματα και μιάσματα
- ακραία μουσικά φαινόμενα
- εδώ λιλιπούπολη
- λευκός θόρυβος
- το σπίτι με τα παράξενα
- φιξ καρέ



