Αυτό το γραπτό θα μπορούσε να ‘χει και υπότιτλο. Κάτι του στιλ «Πώς μπορεί αντί να πιεις τέσσερις μπίρες να σε πιουν αυτές» ή οτιδήποτε ανάλογο που να κραυγάζει ότι μια βόλτα που πήγαινε στο χαλαρό βγήκε τελικά στο παρά ένα ξινή.
Πριν, όμως, να θυμίσω το περίφημο θεώρημα του Ginsberg:
1. Δεν μπορείς να νικήσεις.
2. Δεν μπορείς να φέρεις ισοπαλία.
3. Δεν μπορείς και να βγεις από το παιχνίδι.
Τι μένει;
Ε, αυτό που μένει, αυτό και συμβαίνει, αυτό και συνέβη.
Κάθε Πέμπτη στο κέντρο γίνεται η γνωστή πορεία για το γνωστό άρθρο της γνωστής δημοσίας παιδείας που τέτοια δεν είναι, αλλά ως τέτοια την αναφέρουν ακόμα κάπου στα χαρτιά. Αν ανέβεις την Πανεπιστημίου, κατά μήκος της ακτογραμμής των όσων την κατεβαίνουν δηλαδή, όλα τα junk-φαγάδικα είναι τίγκα. Το τι αγωνιστική τυρόπιτα πέφτει στις πορείες δε λέγεται. Εμείς, όμως, για μπίρα πηγαίναμε (ο δεύτερος ήταν ο Αντώνης Ξαγάς). Και ως γνωστόν τις μπίρες τις πίνουν κάπου που να τις έχουν και χωρίς πολλά-πολλά βρεθήκαμε θεατές από τζαμαρία στα επεισόδια έξω από το Πολυτεχνείο. Σαν ταινία ήτανε. Τη μια ανέβαιναν οι «Ινδιάνοι», την άλλη κατέβαιναν οι «καουμπόιδες» και ένας τύπος στο κινητό να έχει μπερδέψει την κυκλοφορία.
Εγώ, όμως, παραδοσιακά είμαι με τους «Ινδιάνους». Με έναν faux pas συλλογισμό δε, θυμήθηκα τον Οκτώβρη όταν ξαναστήθηκαν τα οδοφράγματα στο Παρίσι. Ήταν τα ίδια ή και νέα πρόσωπα, το παλιό άλυτο πακέτο προβλημάτων, ένα χρόνο μετά τα πρώτα συμβάντα. Στο ενδιάμεσο, η κάθε πλευρά είχε απλά μάθει πώς να αντιδρά καλύτερα στα αντανακλαστικά του αντιπάλου. Ό,τι γίνεται και στα δικά μας μέρη, ανέκαθεν. Και μόνον αυτό. Άλλο τίποτα, τίποτα επί της ουσίας.
Το εντυπωσιακό είναι πώς σε όλες αυτές τις περιπτώσεις αλλοιώνεται το σαφές κοινωνικό μήνυμα όταν το πιάνουν στο στόμα τους οι ειδήμονες και οι αναλυτές. Αυτοί που «τα ξέρουν όλα» είναι κι αυτοί που συντηρούν και την πιο ακούνητη πλευρά των πραγμάτων. Και όταν μπογιατίζονται και με πολιτικό χρώμα, είναι να φεύγεις.
Στην Ευρώπη του 2007 τα νοήματα της Οκτωβριανής Επανάστασης θα ‘πρεπε να σκίζουν από αποδοχή. Δεν σκίζουν, όμως. Και φταίνε γι’ αυτό όσοι τα εγκλώβισαν, εκείνοι οι λειψοί αντιπρόσωποι και η ολοένα και πιο καιροσκοπική αριστερά τους.
Οι παραπάνω σκέψεις βέβαια ήταν το δεύτερο θέμα. Γιατί το, εξίσου μεγάλο, άλλο ήταν ότι δεν αντέχω πλέον, λόγω ηλικίας, τα δακρυγόνα νέας γενιάς. Το λέει και ο προσδιορισμός τους: νέας, όχι παλιάς. Και αυτά προς κακή μας τύχη τρυπώνουν παντού. Διαχέονται και διεισδύουν σαν τα αέρια στους παλιότερους James Bond-ηδες. Στο μαγαζί έπεσε κλάμα αμάζευτο.
Λίγα τετράγωνα μακρύτερα, φυσικά, όλα ήταν στη συνηθισμένη τους θέση. Άλλο ζητούμενο κι αυτό με τις αντιφάσεις των πόλεων, τις μεθόδους περιορισμού τύπου γκέτο (εκεί και μόνον εκεί, λίγο πιο έξω όχι).
Η Rose-Marie Lamy στο βιβλίο της «Ξανασκεφτόμαστε τη Δημοκρατία» που είναι δώρο που κυκλοφορεί και στα ελληνικά γράφει το περίφημο: «Ας ξαναγίνουμε αυτόνομοι…». Και το γράφει κατευθείαν στην πρώτη σελίδα.
Δε μπορείτε να φανταστείτε πόση πολλή λύπη μου φέρνει μια τέτοια δήλωση. Διότι θα μείνει για πάντα ουτοπική, θεωρητική και απραγματοποίητη.
Πάνος Πανότας
Είχα δει πριν μερικούς μήνες μια συνέντευξη γνωστής ηθοποιού στην τηλεόραση. Η εν λόγω κυρία λοιπόν, κατέβαλε ομολογουμένως μεγάλη προσπάθεια, τόσο στιλιστικά όσο και φραστικά, να παρουσιάσει εαυτή ως εναλλακτική περσόνα της Τέχνης, αποκηρύσσοντας την ελληνική σόου μπιζ, ως ‘στημένη και χαμηλής ποιότητας, με κυκλώματα που δεν δίνουν ευκαιρίες σε αυτούς που πραγματικά αξίζουν’ και τα συναφή. Μόνο για την Ελλάδα που τρώει τα παιδιά της δεν μίλησε.
Όχι δηλαδή ότι πήρα και τοις μετρητοίς τα λεγόμενα της Εβελίνας Παπούλια –περί ης ο λόγος– αλλά, όπως και να το κάνεις, ψιλοεκνευρίστηκα όταν μετά από λίγο καιρό την είδα ως απαστράπτουσα σιδηρά κυρία στο πάνελ του ‘So you think you can dance’. Γιατί με το που βρήκε και πάλι μια θέση στην κατάπτυστη εμπορική τηλεόραση, έσπευσε να διαψεύσει όσα είχε προηγουμένως δηλώσει, με τον χειρότερο μάλιστα τρόπο: Παίζοντάς το στα καλά των καθουμένων ειδήμονας της χορευτικής τέχνης και πουλώντας εκ του ασφαλούς μαγκιά σε ανασφαλή και εμφανώς τρακαρισμένα παιδιά.
Ο λόγος που τα γράφω αυτά δεν είναι η συγκεκριμένη γυναίκα - άλλωστε ούτε η πρώτη είναι ούτε και η τελευταία. Είναι όμως η επιβεβαίωση, για μια ακόμη φορά, της περίφημης λαϊκής ρήσης ‘όσα δε φτάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια’. Δεν γνωρίζω αν λειτουργεί ως αυτόματος ψυχολογικός μηχανισμός άμυνας ή είναι απλά μια εκδήλωση μικροψυχίας και μικροπρέπειας, πάντως η δαιμονοποίηση του ‘άφταστου αντικειμένου του πόθου’ αποτελεί κλασσική αντίδραση, που συναντάται σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης ζωής: Από την αταβιστική προσπάθεια σπίλωσης της ‘ωραίας του χωριού’, μέχρι το σύνδρομο του Βασιλάκη Καΐλα, η ανεκπλήρωτη επιθυμία καταχωνιάζεται με επιμέλεια στα ψυχικά τάρταρα, και τη θέση της παίρνει μια μανιώδης αποστροφή, μεταμφιεσμένη μάλιστα με ιδεολογικό - ηθικό περίβλημα.
Τι συμβαίνει όμως όταν, ως δια μαγείας –ή καλύτερα, μετά από υπόγειες, ακόμα και ασυνείδητες προσπάθειες– ο στερημένος πολέμιος αποκτά πρόσβαση στο απαγορευμένο όνειρο, έστω και με το σταγονόμετρο; Η αλλαγή είναι τόσο ριζική, που ξαφνιάζεται ακόμη και η έρμη η ...αλεπού (ενδιαφέρουσα είναι και η έννοια του ‘πηδήματος’ προς τα λαχταριστά σταφύλια –της πρώην οργής–, ας το αφήσουμε όμως για τα ροζ τηλεοπτικά παράθυρα των τελευταίων ημερών): Ο αντιδραστικός εργάτης, μπροστά στο πρώτο ξεροκόμματο εξουσίας που θα του πετάξουν στα πόδια του, ξεχνά τα αντιεξουσιαστικά του μανιφέστα και κουνά χαρούμενα την ουρά του στα γενναιόδωρα αφεντικά, ο λαϊκός βαρύς τύπος μπαίνει με τρεμάμενα γόνατα, σαν ανοίξουν και γι’ αυτόν τα μεγάλα σαλόνια, μέχρι κι ο κάγκουρας χεβιμεταλάς μεταμορφώνεται εν μια νυκτί σε υπάκουο κολεγιόπαιδο, φτάνει να του κάνει τα γλυκά μάτια η κυριλέ γκόμενα που πάντα ‘αντιπαθούσε’.
Θα ήταν όμως πολύ εύκολο, αλλά και αφελές, να δούμε την παραπάνω συμπεριφορά ως αποτέλεσμα απλής κοινωνικής υποκρισίας και ασυνέπειας. Γιατί, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις συνειδητής απόστασης λόγων και έργων, εδώ ο πρώτος που εξαπατάται είναι ο ίδιος ο απατεώνας, που, παραβλέποντας τις πραγματικές του επιθυμίες, ζει ανυποψίαστος στον απατηλό κόσμο της απάρνησης που ο ίδιος έπλασε. Κι αυτό είναι και το επικίνδυνο του πράγματος, ότι όλοι μας μπορούμε να παγιδευτούμε σε τέτοιου είδους ψευδαισθήσεις - χωρίς να βγάζω απ’ έξω τη δική μου ... αλεπουδίσια ουρά!
Θα τολμούσα μάλιστα να σκεφτώ ότι η εσωτερική αυτή ψυχική παρόρμηση, εφαρμοσμένη σε ομοιοπαθείς κοινωνικές ομάδες, ενδεχομένως να οδήγησε στη διαμόρφωση των μεγαλύτερων ιδεολογικών κινημάτων της ανθρωπότητας! Κινήματα ως εκ τούτου θνησιγενή, όπως άλλωστε αποδεικνύονται να είναι οι πλείστες των μαζικών εμμονών. Με τον ίδιο τρόπο που αλληγορικά και αποστομωτικά περιγράφτηκε στην περίφημη ‘Φάρμα των ζώων’, με τα γουρούνια να παίρνουν τη μορφή του αρχικού τους εχθρού, αυτής του ανθρώπου.
Γι’ αυτό και κάθε είδους φανατισμού και στρατεύσεως είναι απολύτως ύποπτο, όχι μόνο λόγω της άνωθεν μαζικής χειραγώγησης, αλλά και της επικίνδυνης αντίφασης που υποκρύπτει. Αυτή της στερημένης ανθρώπινης μονάδας, που ξεσπά την προσωπική της αίσθηση αποτυχίας σε ένα κρεσέντο κακίας και μίσους, είναι όμως συνάμα έτοιμη να κάνει στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, και να παραδοθεί πανευτυχής στον ανομολόγητο παράδεισο όλων όσων μέχρι πριν λίγο πολεμούσε. Όπως ακριβώς λέει και μια άλλη φράση, ότι ‘πίσω από ένα μεγάλο μίσος κρύβεται μια μεγάλη αγάπη’. Γι’ αυτό θα πρέπει να προσέχουμε περισσότερο, τι πραγματικά αγαπάμε και τι πραγματικά μισούμε. Τι απαρνούμαστε και τι επιδιώκουμε. Όχι για να μην εκτεθούμε στους άλλους, μα στους εαυτούς μας, πάνω απ’ όλα.
Ροζίτα Σπινάσα
Αν πάρεις τις 27 πια (ζωή να ‘χουν) χώρες της Ένωσης και ψάξεις για το ποια θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί ο «σκουπιδότοπος της Ευρώπης», θα ήμασταν πρωταθλητές από χέρι. Ας σκεφτούν σοβαρά οι εταίροι μας να μας βγάζουν εκτός συναγωνισμού σε παρόμοια αθλήματα. Βέβαια, μη νομίζετε, μας έχουν ήδη καταλάβει, τουλάχιστον από τότε που μπλεχτήκαμε στα πόδια τους, θέλοντας σώνει και καλά να βγούμε από την περήφανη βαλκανική μας γειτονιά, πολύ πριν αυτή γίνει πουτάνα με τα του γιουγκοσλαβικού.
Δεν θα σας μεταφέρω στοιχεία από εκθέσεις και λοιπά, αλλά προσωπικές εμπειρίες. Κάποτε ήμουν στη Βόρεια Εύβοια. Όλα τα σκουπίδια της περιοχής ο δήμος τα πέταγε χύδην σε νταμάρια από τα κλεισμένα μεταλλεία, από όπου περνάει και το μισό νερό του εκεί υδροφόρου ορίζοντα. Ένας βιολογικός που πήγε να στηθεί, έμεινε ατελείωτος. Αργότερα, βρέθηκα κοντά στη Χαλκίδα. Οδηγώντας, περνούσα καθημερινά από επαρχιακό δρόμο, όπου και ανακάλυψα έναν τεράστιο λάκκο σκαμμένο στο χώμα, γεμάτο με κάτι πηχτό που ανέδυε μια δυσωδία για Όσκαρ. Ρωτώντας, έμαθα πως επρόκειτο για λήμματα ελαιουργείου. Κι όταν ήρθα για δουλειά στον Ασπρόπυργο, εκεί να δεις γέλιο. Στρίβοντας απ’ τη «Λεωφόρο ΝΑΤΟ» και ανηφορίζοντας στο βουνό νομίζεις πως είσαι έξω απ’ την Καλκούτα, χωρίς να ξέρω το πώς είναι έξω απ’ την Καλκούτα πραγματικά.
Στην Ελλάδα του 2007 επισήμως οι παράνομες χωματερές έχουν κλείσει. Ωστόσο, υπάρχουν αμέτρητες που λειτουργούν στα πιο απίθανα μέρη, σαφώς περισσότερες απ’ όσες έχουν καταγραφεί. Με το θέμα σήμερα ασχολούνται ελάχιστοι αποδώ κι αποκεί, το αφήνουν για κεντρικό όταν θα σκάσουν τα πρόστιμα απ’ τις Βρυξέλες. Η διαχείριση μέσω ανακύκλωσης και επεξεργασίας στην Αυστρία και την Ολλανδία είναι πάνω από 80 τοις εκατό. Στην Ελλάδα δεν είναι ούτε 10. Η αποτέφρωση στο Λουξεμβούργο είναι στο 70 τοις εκατό. Σ’ εμάς είναι άγνωστη λέξη. Όπως άγνωστη είναι και η ξεχωριστή υγειονομική ταφή των αστικών απορριμμάτων. Εμείς επιμένουμε να θάβουμε απλώς ό,τι σκουπίδια μαζεύονται από τις σκουπιδιάρες, όλα μαζί, κάπου, όπου. Παρόλο που έχουμε και επιστήμονες και επιδοτούμενα κονδύλια που, όμως, προτιμούμε να μπαίνουν συνοπτικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Άσε την αποκατάσταση όσων παράνομων χωματερών μετά κόπων έκλεισαν. Η απάντηση δεν μοιάζει με ανέκδοτο, είναι.
Μαζεύω σε εβδομαδιαία βάση μπόλικο χαρτί. Πού; Στο Πέραμα. Οι αρμόδιοι αξιώθηκαν να βάλουν κάποτε έναν κάδο με την ειδική σήμανση στο δρόμο μπροστά απ’ την κεντρική πλατεία, έξι στενά πιο κάτω απ’ το σπίτι μου. Την πρώτη φορά που πήγα μια μεγάλη σακούλα, μόνο χαρτί δεν είχε μέσα, την πήρα πίσω όπως την πήγα. Τη δεύτερη πριν τρεις μέρες, έβρεχε, η σακούλα ήταν διπλή και την άφησα δίπλα του, μαζί με άλλων που σκέφτηκαν την ίδια λύση. Ίσως και να ήταν λάθος, δεν ξέρω. Από τότε όποτε περνάω από κει, έτσι κι αλλιώς στη στράτα μου είναι, βλέπω απλά να μαζεύονται κι άλλες σακούλες.
Ο κόσμος έχει όλη τη διάθεση. Την έχει ακόμα κι όταν δεν έχει τη σωστή πληροφόρηση. Κι αυτό σε μια χώρα που είτε δεν νομοθετεί, είτε νομοθετεί και μετά δεν τηρεί τους νόμους, μέχρι να ξεχαστεί ότι είχε κάποτε νομοθετήσει.
OK, then! Αποκριές διαρκείας; Η καλύτερή τους…
Πάνος Πανότας
Cicciolina live - Gagarin 205, 10/2/2007)
Λίγο μετά τις δώδεκα και τo Gagarin είχε αρχίσει να γεμίζει από κόσμο ετερόκλητο: Οι συνήθεις ύποπτοι των συναυλιακών δρώμενων, αρκετοί σαραντάρηδες με τις συντρόφους τους, αλλά και πιτσιρίκια, που όταν η πολυαναμενόμενη κυρία της βραδιάς μεσουρανούσε δεν είχαν ακόμη γεννηθεί. Τι ήταν αυτό που είχε κάνει όλους αυτούς τους ανθρώπους να κατέβουν Σάββατο βράδυ τη Λιοσίων για να δουν την αμφιβόλου περιεχομένου εμφάνιση της μεγάλης πορνοστάρ - πάλαι ποτέ ντίβας του ιταλικού κοινοβουλίου; Οι μεγαλύτεροι από ‘ιστορική’ περιέργεια, οι μικρότεροι για τον πολλά υποσχόμενο χαβαλέ του χάπενινγκ, αυτό όμως που ένωνε όλους τους παρευρισκόμενους ήταν η κοινή επιθυμία να αποδώσουμε τα εύσημα σε μια γνήσια αντι-star: Τιμώντας με την παρουσία μας την αντικρουόμενη persona της Cicciolina, βγάζαμε τη γλώσσα στη σαβούρα του star-system που μας σερβίρεται καθημερινά ως έγκριτη και high, πιστεύοντας ότι αυτό το κορμί, που πάρθηκε με θρυλικά σοκαριστικούς τρόπους, έχει περισσότερη αλήθεια να δώσει.
Οι κλασσικές eighties επιτυχίες ζέσταναν εύκολα το χώρο και, μαζί με την αίσθηση αναμονής της σέξι πρωταγωνίστριας, μετέτρεψαν το αρχικό μούδιασμα του κόσμου σε αισθησιακή ατμόσφαιρα. Λίγο μετά τη μια η Cicciolina έκανε την εμφάνισή της, μέσα σε αιθέρια λευκή και –εννοείται– άκρως αποκαλυπτική τουαλέτα, τραγουδώντας και χορεύοντας με περίσσια χάρη κάτω από τους ήχους της playback μουσικής που πλημμύρισε το χώρο. Ο κόσμος την υποδέχθηκε ένθερμα, με χειροκροτήματα και επευφημίες. Τα αναμενόμενα σεξουαλικά πειράγματα που ακούστηκαν ήταν γεμάτα χιούμορ και καλή προαίρεση - μοναδική παραφωνία οι όλο κακία χυδαιότητες ενός κομπλεξικού μαλάκα που μας θύμισαν τη σκληρή και βίαιη πλευρά του κινηματογραφικού παρελθόντος της. Ευτυχώς, ο κάφρος το βούλωσε μετά από λίγο.
Ακολούθησε η απονομή της τιμητικής πλακέτας του φεστιβάλ, με τον Ν. Τριανταφυλλίδη να διαβάζει τα εγκωμιαστικά λόγια του Φ. Φελίνι για την βουλευτίνα πορνοστάρ, την Τσιτσιολίνα πάνω από όλα (όπως και στο εναρκτήριο πρόγραμμα του Γ. Φλωρινιώτη ακούγεται η φωνή του Μ. Χατζιδάκι να παινεύει αφειδώς τον ‘Έλληνα Τζον Τραβόλτα’ - πολύτιμα διαπιστευτήρια για τους άπιστους Θωμάδες).
Η βραδιά συνεχίστηκε με την Cicciolina να φορά μια νέα διάφανη φορεσιά και να ερμηνεύει τις lollipop ιταλικές επιτυχίες της με νάζι και γλυκό αισθησιασμό. Αστράπτοντας από νεότητα, όχι τόσο λόγω της θαυματουργής σιλικόνης, μα της εσωτερικής της λάμψης, μια κουκλίτσα στα λευκά τούλια και με χαρακτηριστικά αθώο χαμόγελο, έδινε το δικό της γοητευτικό ερωτικό σόου. Όχι για να αποκηρύξει το πορνό παρελθόν της, μα για να το εξαγνίσει μέσα στην προσωπική της σφαίρα, εκεί όπου δεν υπάρχει βρωμιά κι ασχήμια, παρά μόνο σωματική ομορφιά κι απόλαυση.
Δεν έχω δει καμία από τις περίφημες ταινίες της, ώστε να κάνω και τους αντίστοιχους συνειρμούς, πιστεύω όμως ότι αυτό δεν έχει πραγματική σημασία: η μαγεία της Cicciolina ήταν το ότι είχε κερδίσει το παιχνίδι, κι αντί να λεκιαστεί από τον ωμό κόσμο του σπέρματος και της παρτούζας, αναδύθηκε από αυτόν άσπιλη κι αμόλυντη. Μια αυτόχριστη νύμφη της χωρίς όρια ερωτικής απελευθέρωσης που δεν προσδιορίστηκε από τις επιλογές της, σεξουαλικές και πολιτικές, μα που η ίδια τις προσδιόρισε, θέτοντας σε αυτές τη δική της σφραγίδα: Τη σφραγίδα της Cicciolina, της μεγάλης Ιταλίδας σταρ.
Δυστυχώς (ή ευτυχώς για κάποιους άλλους), ο κόσμος ήταν αυτός που δεν στάθηκε (σταθήκαμε) στο ύψος των περιστάσεων: Ενώ το σόου απαιτούσε τη συμμετοχή του κοινού, πολύ λίγοι ήσαν αυτοί που τόλμησαν να ανέβουν στη σκηνή και να ακολουθήσουν της σκηνοθετικές οδηγίες της Cicciolina. Έτσι η βραδιά δεν απογειώθηκε, ελλείψει ... ερωτικής ανταποκρίσεως! Πάντως, τα θερμά μου συγχαρητήρια σε όσους έκαναν την υπέρβαση και πήραν τη θέση τους δίπλα στην πρωταγωνίστρια. Πρώτη και καλύτερη φυσικά η Σουηδέζα Σοφία, που δεν δίστασε να χορέψει εντελώς ακομπλεξάριστα και με γνήσιο κέφι, δείχνοντας και αυτή το κάτι τι της στο διψασμένο για γύμνια και χαβαλέ κοινό. Το ωραίο ήταν ότι και οι υπόλοιποι που ανέβηκαν είχαν μπει στο νόημα της απενοχοποιημένης ερωτικής διαθέσεως που μετέδιδε η φυσική παρουσία της Cicciolina, συνδράμοντας και αυτοί στο κλίμα σεξουαλικής αθωότητας, που ήταν και το πραγματικό θέμα της παράστασης. Η οποία και κέρδισε τελικά το στοίχημα με το ασυνήθιστο σε τέτοιες εκδηλώσεις ελληνικό κοινό. Περνώνας από τα γεμάτα ενοχές υγρά όνειρα στις καρδιές μας.
Cicciolina ti vogliamo bene!
Ροζίτα Σπινάσα
Πεπραγμένα, λοιπόν. Του Τύπου, όπως τον λέγανε μια εποχή…
«Το Άρθρο της Κυριακής», να το πούμε πλέον, μετά και το τέταρτο φύλλο του, είναι πολύ κατώτερο των –πολλών, αν σκεφτούμε την παρατεταμένη ανομβρία– προσδοκιών. Το Jetlag είναι ένα lifestyle περιοδικό κατευθείαν για την ανακύκλωση, το άλλο του ένθετο, το πολύκροτο Blog, μια έξυπνη ιδέα οκτώ σελίδων στο πνεύμα των καιρών που οι ιθύνοντες την πάνε στράφι. Ας αλλάξουν όποιον επιλέγει την ύλη, υπάρχουν πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα στο net απ’ αυτά που παρουσιάζονται ή ας προσπαθήσουν να τον συνετίσουν τέλος πάντων. Τι διασώζεται; Η στήλη “Dark City” που στο χθεσινό φύλλο γράφει αδικαιολόγητη απουσία (;), και τα δωρεάν dvds! Εντελώς φιλικά, για να τη βγάλετε καθαρή επί 90’ με την Monica Bellucci βάλτε από πριν τα μυαλά στο ψυγείο. Μετά βλέπουμε…
Κανονική διανομή (περίπτερα, μανταλάκια κ.λπ.) απέκτησε, επιτέλους, και το “Centro”, με το τρέχον τεύχος Φεβρουαρίου-Μαρτίου. Το οποίο, όμως, και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν είναι και το καλύτερό του. Μάλλον εξαντλείται πρόωρα στον εμπνευσμένο του τίτλο «Διάβασέ το, θα αλλάξεις». Δεν βιάζομαι να το ξεγράψω, αλλά και που το διάβασα ποσώς άλλαξα.
Από την άλλη, ανέλπιστα ευχάριστο ως ανάγνωσμα βρήκα το #64 τεύχος του free press «ως3». Να πω ότι το ανέμενα; Αν σας μοιάζω για Πινόκιο, να το πω. Σε ανύποπτο χρόνο, πάντως, μου κράτησε συντροφιά ουσίας σε ένα καφέ, κάπου στο κέντρο, που πήγαινε για σκότωμα χρόνου με ταχύτητα αγωνιστικού της φόρμουλα ένα.
Τι είναι αυτό, τέλος, που όλως τυχαία πήρα από πάγκο βιβλιοπωλείου, χωρίς να ξέρω τι παίρνω; Μόλις 28 σελίδες σε σχήμα A5 και ξεμπερδέψαμε; Ε, όχι κι έτσι! Ο τίτλος «16/1 Ιστορία μιας Ληστείας» λέει τη μισή αλήθεια, η οποία παραπέμπει σε εκείνο το αιματηρό συμβάν πέρυσι στο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στη διασταύρωση Ιπποκράτους και Σόλωνος που κατέληξε στον τραυματισμό ενός απ’ τους συμμετέχοντες, του Γιάννη Δημητράκη. Η άλλη μισή είναι πως αυτός ο ίδιος είναι που το υπογράφει (πρώτο πρόσωπο είναι αυτό) μέσα απ’ τις Δικαστικές Φυλακές Νεάπολης. Ένα κείμενο με λόγο όμοιο με προκήρυξη φοιτητών ιδεολόγων (το λέω υπερτονίζοντας τη συμπάθειά μου στο πνεύμα του), τεμαχισμένο στις επιταγές της ροής ενός comic. Αλλά έχει μια ξεγυριστή, βαθιά (ακόμα και ευαίσθητη) λιτότητα φίλε μου που όσο κι αν ακούγεται επίφοβο τείνει να πάρει όψη στάσης. Αυτό είναι όντως επιτυχία γραφής, όχι σαν κάτι άλλες…
Πάνος Πανότας
Απέναντι από το σπίτι μου βρίσκεται το σπίτι των γειτόνων μου. Είναι μια οικογένεια: Ο πατέρας, η μητέρα - συνήθως απλώνει ρούχα ή ποτίζει τα λουλούδια, κι ο γιος, που όλο μιλάει στο τηλέφωνο, βηματίζοντας πέρα δώθε στη βεράντα ή στην ταράτσα. Έχουν κι έναν σκύλο που γαβγίζει δυνατά κάθε πρωί, σαν χτυπά η καμπάνα του Αϊ Νικόλα, και δε σταματά παρά μετά από πολύ ώρα. Με ενοχλεί που μου χαλάει τον ύπνο, μα η φασαρία του είναι προτιμότερη από τις συνήθεις κόρνες των αυτοκινήτων.
Τους βλέπω και με βλέπουν σχεδόν κάθε μέρα εδώ και τρία χρόνια, μα είναι μόνο δυο φορές που έχουμε μιλήσει: Την πρώτη μου έδωσαν συμβουλές για το πότισμα των λουλουδιών, τη δεύτερη, αργά τη νύχτα, μου φώναξαν να χαμηλώσω τη μουσική για να κοιμηθούν. Άλλη κουβέντα δεν έχουμε αλλάξει. Κι αυτό γιατί, αν και η απόσταση ανάμεσα στα μπαλκόνια μας είναι λίγα μόλις μέτρα - σαν δύο ιπτάμενες αυλές με έναν δρόμο ανάμεσά τους, πολύ περισσότερο μας χωρίζει το ύψος των έξι ορόφων που βρίσκονται κάτω από τα πόδια μας. Τόσο κοντά και τόσο μακρυά συνάμα, δίπλα δίπλα σαν βγούμε στις βεράντες μας, μα κι εντελώς ξένοι σαν ξεπορτίσουμε και κατέβουμε στους πολυσύχναστους δρόμους που περικυκλώνουν τις πολυκατοικίες μας.
Αυτοί ήσαν λοιπόν οι γνωστοί άγνωστοι της διπλανής πόρτας, της απέναντι βεράντας για την ακρίβεια, με τους οποίους δε με συνέδεε τίποτα περισσότερο από τις κοινές εικόνες της πόλης και μερικά φευγαλέα βλέμματα. Μέχρι προχθές τουλάχιστον.
Την πρώτη μέρα του Φλεβάρη είχα το νου μου από το πρωί να κλείσω τα φώτα το πεντάλεπτο από τις 20.55 μέχρι τις 21.00 για να συμμετάσχω στην δήλωση διαμαρτυρίας για την αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών, την οικολογική καταστροφή του πλανήτη μας στην ουσία. Η παγκοσμιότητα της κίνησης αυτής μου είχε δημιουργήσει από νωρίς μια αίσθηση αναμονής, ανάμεικτη με την αναπόφευκτη -σαν alter ego- υποψία ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ακόμη trendy συγχωροχάρτι για τις συνειδησιακές ενοχές της νέας εποχής.
Βέβαια, ο παράπλευρος σκεπτικισμός δεν με εμπόδισε να σπεύσω, όταν το ρολόι έδειξε εννέα παρά πέντε, να κλείσω το ρεύμα από τον γενικό διακόπτη (μην μείνει κάποια συσκευή στο stand-by). Αμέσως μετά, φωτίζοντας με το κινητό τα βήματά μου, έφτασα μέχρι την μπαλκονόπορτα να δω πώς τα πήγαινε από ‘συσκότιση’ και η υπόλοιπη πόλη. Όπως το περίμενα, η φωτοστόλιστη βραδυνή Αθήνα με περίμενε, επιβεβαιώνοντας τους φόβους μου περί χαζοχαρούμενου και αμφιβόλου επιτυχίας χάπενινγκ. Μέχρι που είδα, μετά από μερικές στιγμές, τα φώτα των γειτόνων να σβήνουν και το σπίτι τους να βυθίζεται στο σκοτάδι. ‘Λες απλά να έφυγαν;’ αναρωτήθηκα δύσπιστα, με την υπόγεια προκατάληψη ότι η συγκεκριμένη κίνηση διαμαρτυρίας, διαφημισμένη κυρίως μέσω e-mails, απευθυνόταν σε πιο hi-tech κοινό (το οποίο και θα έσπευδε να επιβεβαιώσει τις μοντέρνες ανησυχίες του συμμετέχοντας σε αυτήν...).
Μετά όμως από πέντε λεπτά τα φώτα άναψαν και στο απέναντι σπίτι, διαλύοντας τις αμφιβολίες μου. Και δείχνοντάς μου ότι τελικά είναι πολλοί οι άνθρωποι γύρω μας, ίσως περισσότεροι απ’ ό,τι νομίζουμε, που βλέπουν τα προβλήματα και καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν. Και, το σπουδαιότερο, νοιώθουν την ανάγκη να το δηλώσουν, έστω κλείνοντας το ρεύμα του σπιτιού τους για λίγα μόνο λεπτά. Δεν ξέρω αν η διαμαρτυρία αυτή πέτυχε - το έψαξα την επόμενη ημέρα, αλλά δεν βρήκα κάτι σχετικό. Αυτό όμως που ξέρω είναι ότι αν αρχίσουμε όλοι μας να αλλάζουμε, ξεκινώντας από τις μικρές, καθημερινές μας συνήθειες, θα φανεί ορατό αποτέλεσμα. Η επίγνωση πλέον υπάρχει, αυτό που τώρα χρειάζεται είναι η απόφαση και η πράξη. Και πιστεύω ότι θα αποδειχτεί πιο εύκολο απ’ ό,τι νομίζουμε - δεν έχουμε άλλωστε και άλλη επιλογή.
Ροζίτα Σπινάσα
Ίσα που πρόλαβα να το δω με την άκρη της άκρης του ματιού μου, έτσι όπως περπατώ τελευταίως χαμένος στο πώς θα σωθώ απ’ τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γύρισα και στάθηκα, ωστόσο. Κέντρο, ακριβώς μπροστά στο νωπό ακόμα γκράφιτι, αφήνοντας τα δευτερόλεπτα απλώς να περνούν. Μετά άφησα και τα λεπτά. Έτσι κι αλλιώς με την τύχη είχα συμφιλιωθεί, με το ρολόι να τα έβαζα; Νομίζετε αφελή τον προβληματισμό μου τι θα ήταν σωστότερο να είχε στο τέλος ο εμπνευστής, ερωτηματικό ή θαυμαστικό; Εγώ, πάντως, εκεί κόλλησα. Βέβαια, ομολογώ, πως ως ευχή εκείνο το σλόγκαν δεν ήταν κι άσχημο, θα μάζευε και τις ψήφους της Greenpeace, του Αρκτούρου και της WWF.
Από την άλλη, θα μου πείτε και δίκιο θα έχετε, αν όλες οι ευχές που κάναμε μικροί γίνονταν πραγματικότητα, όλοι οι άντρες σήμερα θα ήμασταν πιλότοι και όλες οι γυναίκες χορεύτριες ή τραγουδίστριες. Τέλος πάντων…
Έχω πραγματικά την τιμή να σας γράφω από τη χώρα της φαιδρής ελιάς! Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι το είχαν πιάσει το θέμα: την έπλεκαν σε κότινο και την έβαζαν συμβολικά στη θεά της σοφίας, την Αθηνά. Δε μπορούσαν, όμως, να ολοκληρώσουν τη χρήση της, καθότι τόσα είχαν εφεύρει, το μπλέντερ, όμως, δεν στάθηκε τυχερό. Και επειδή όπως λέει κάπου κι ο Richard Dawkins «έξω βρέχει DNA», εμείς που βρήκαμε το μπλέντερ, το αξιοποιήσαμε δεόντως και επιτέλους προχωρήσαμε και λίγο το θέμα, ως απόγονοι της α-σοφίας και όχι της σοφίας.
Τα λιόκλαδα τις τελευταίες μέρες μας περικύκλωσαν από παντού, εκεί στον καναπέ του σπιτιού μας εννοώ! Εγώ, ωστόσο, θα την πω την αμαρτία μου: είχα στοιχηματίσει υπέρ άλλων, της τσουκνίδας, της πικραγγουριάς και της μολόχας. Δυστυχώς και οι τρεις εξ αυτών ήρθαν down under.
Αν ήταν στο χέρι μου, ειλικρινά, θα μάζευα όλους αυτούς τους απατεώνες κομπογιαννίτες, θα τους έβαζα δίπλα κώλο μ’ όλους αυτούς που θέλουν να ονομάζονται δημοσιογράφοι (έχοντες νοημοσύνη από φυτού και κάτω) -και να έχουν κι εκπομπές σε ζώνες υψηλής τηλεθέασης στην κρατική τηλεόραση- και θα τους έκλεινα μια πριβέ παράσταση με το ζόρι του έργου «Γιατρός με το Στανιό» του Jean-Baptiste Poquelin, του γνωστού όλων μας Moliere (αυτός είναι αποδεδειγμένα φίλος ο άνθρωπος). Δεν θα τους άφηνα να το κουνήσουν ρούπι μέχρι να πέσει η αυλαία. Επειδή, όμως, μου πέφτει κομματάκι δύσκολο και δεν έχω και τα λεφτά θα τους θυμίσω μια φράση του Καραγκιόζη από τον «Καραγκιόζη Γιατρό», που για να είμαι εντάξει και με τους αποθανόντες οι ρίζες του φτάσουν πίσω στον Αντώνη Μόλλα:
«Όλοι οι γιατροί έχουν ένα δίπλωμα, εγώ έχω δύο. Μόλις το πήρα, φρέσκο, θα του βάλω και κορνίζα να το θυμάμαι χρόνια».
Και θα παρακαλέσω πάρα πολύ, περισσότερο δεν γίνεται, να μην τον ζηλεύετε τον φουκαρά και γεμίζετε τους τοίχους σας με κατά φαντασία πτυχία.
Καλή βδομάδα!
Πάνος Πανότας

Βέβαια, η παραπλάνηση έχει από πίσω της τεχνογνωσία, και θεωρείται πλέον τακτική πολύ υψηλού επιπέδου για να θέλουμε να την πιάνουμε αμέσως. Κάτι μονοπωλεί επί τούτου το δημόσιο λόγο και την ίδια στιγμή κάτι άλλο περνάει σχεδόν ασχολίαστο και με περισσή ευκολία στα υποδεέστερα των θεμάτων.
Στην περίπτωσή μας ο αντιπερισπασμός μάς βρήκε κυριολεκτικά στην τουαλέτα σε ανομολόγητη πράξη. Διότι, συγχρόνως με τις σουπιέρες του τέως έσκασε μύτη και η σχετική έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όπου πιστοποιείται αυτό που εν ολίγοις γνωρίζαμε ότι έχει συμβεί, αλλά αγνοούσαμε την κλίμακα και το μέγεθός του. Ο επιτυχής αποπροσανατολισμός είχε σκοπό να μη μάθουμε ούτε και αυτά.
Συνοπτικά, λοιπόν, η αφεντιά της C.I.A. «χρησιμοποίησε» στο παγκόσμιο αντιτρομοκρατικό ανθρωποκυνηγητό της οκτώ αεροδρόμιά μας, πραγματοποιώντας εξήντα τέσσερις αφίξεις-αναχωρήσεις, με δεκαεννιά διαφορετικά αεροπλάνα. Όχι, δεν είναι της φαντασίας μου όλα αυτά, έχουν και αληθινή βούλα πια. Μιλάμε για πτήσεις πολιτικές, αλλά τύπου transit (κανένας δεν μπαίνει, κανένας δεν βγαίνει, το «φορτίο» δεν ελέγχεται). Από κείνες τις πικρές αλήθειες που εύχεσαι μ’ όλη σου την καρδιά να μην ήταν αλήθειες μέχρι που μαθαίνεις ότι όντως ήταν και μετά προσπαθείς να τις κάνεις κι εσύ γαργάρα. Όπως όλοι. Και, βέβαια, δεν πιστεύω να πείθεστε πως κάποιοι εκ των κυβερνώντων μας δεν ήξεραν τίποτα. Ήθελα να ήξερα ποιο σαΐνι επικοινωνιολόγος τους συμβουλεύει να επικαλούνται σχεδόν μονίμως την άγνοια. Οι ίδιοι, με κάτι πτυχία να (μετά συγχωρήσεως), δεν καταλαβαίνουν πως αυτό πιάνει όσο και κάθε άλλη παρεΐστικη μαλακία της στιγμής; Δεν είναι όλα του καφενείου. Ή μήπως είναι;
Τα γεγονότα μας ξεπερνούν απλά γιατί εμείς είμαστε πολύ μικροί πια για ένα τόσο χοντρό παιχνίδι. Είμαστε τα στρατιωτάκια στο σκάκι. Οι θεωρούμενοι ως αναλώσιμοι. Ευτυχώς να λέτε που ο homo internetus, τουλάχιστον ως προς την πληροφόρηση, εξελίχθηκε γρήγορα.
Υστερόγραφο ένα: το «Ο Κύκλος των Πιωμένων Ποιητών» του Κωστάκη Ανάν στο τρέχον τεύχος 240 της «Βαβέλ» με το κόκκινο –Happy New Fear– εξώφυλλο είναι ό,τι πιο απολαυστικό κρέμεται αυτή τη στιγμή στα περίπτερα. Στους στερημένους αναφέρομαι.
Υστερόγραφο δύο: καλά, είναι δυνατόν από τις πρώτες ώρες της πρώτης μέρας κυκλοφορίας του να είναι sold out «Το Ποντίκι»; Έγινε κι αυτό!
Υστερόγραφο τρία: “Live Action Computer Game” από το www.technews.gr. Και είχα ένα κόμπο στο λαιμό σήμερα!
Πάνος Πανότας

Στην αρχή δεν έδωσα και πολύ σημασία, νομίζοντας ότι πρόκειται για κατάλοιπο από τις μεγάλες εκπαιδευτικές πορείες του Δεκεμβρίου. Όταν όμως η κατάσταση συνεχίστηκε και το νέο έτος, χωρίς να μπορώ να βρω μια λογική εξήγηση για την παρουσία των ειδικών αυτών δυνάμεων στο συγκεκριμένο σημείο, αφού ούτε πολύ κοντά στη Νομική είναι, ούτε στο Πολυτεχνείο, θέλησα να μάθω την αιτία.
Γιατί δεν υπήρξε πρωινό που να μη μου χαλάσει στιγμιαία η διάθεση στο θέαμα της ομάδας των ΜΑΤ: Οι νέοι αυτοί άνθρωποι σηκώνονται κάθε πρωί από το κρεβάτι τους με τον υψηλό στόχο να δείρουν, ως επί το πλείστον, τον όποιο άτυχο φουκαρά βρεθεί μπροστά τους στις πορείες και τις διαδηλώσεις. Αυτό είναι το πικ της ύπαρξής τους, συγκλονιστικό στην απλότητά του! Διαφορετικά, ξεροσταλιάζουν άπραγοι και αντιαισθητικοί, χωμένοι στα κράνη και τις ασπίδες τους, χωρίς να μπορούν, αλλά και χωρίς να θέλουν, να εμποδίσουν την πραγματική εγκληματικότητα που μαστίζει την Αθήνα.
Την ίδια εξήγηση μου έδωσε και η Γενική Διεύθυνση Ασφάλειας, η οποία βέβαια συμφώνησε μαζί μου ότι τέτοιου είδους επιθέσεις γίνονται αργά τη νύχτα κι όχι στις 8 η ώρα το πρωί, παρόλα αυτά έκρινε απαραίτητο να φυλάσσεται η περιοχή από τις ειδικές δυνάμεις των ΜΑΤ, και μάλιστα επί 24ώρου βάσεως. Τα ΜΑΤ λοιπόν ήρθαν για να μείνουν.
Είναι προφανές ότι το μέτρο αυτό είναι δυσανάλογο με την όποια ανάγκη προστασίας μιας ιδιωτικής επιχείρησης, η οποία στο κάτω κάτω θα έπρεπε να πληρώνει η ίδια για τις αυξημένες ανάγκες φύλαξής της, όπως κάνουν όλες οι υπόλοιπες επιχειρήσεις (αν ήταν έτσι, γύρω από τις τράπεζες θα έπρεπε να είχε κατέβει ο ελληνικός στρατός!). Δύο όμως είναι οι πιθανές εξηγήσεις του: είτε οι αξιωματικοί της ελληνικής αστυνομίας έχουν χάσει τη στοιχειώδη ικανότητα κρίσεως, ή, το χειρότερο, οι ‘επιθέσεις αγνώστων’ χρησιμοποιούνται επισήμως ως πρόσχημα για την πρωτοφανή και πέρα από κάθε δημοκρατικό, αλλά και λογικό, όριο αστυνόμευση της πόλης. Δυστυχώς, αυτή είναι στην ουσία η πραγματικότητα.
Σκέφτηκα να το ψάξω λίγο περισσότερο, ζητώντας αντίγραφο της σχετικής έγγραφης εντολής (αν φυσικά υπάρχει), όμως δεν το έκανα, γνωρίζοντας ότι η όποια ατομική προσπάθεια είναι καταδικασμένη όχι μόνο στην αποτυχία, αλλά και στην γραφικότητα. Δεν μπορώ όμως να μην σκεφτώ το πόσο όμορφα δένει το χακί και τα όπλα των ΜΑΤ με τα σπαρτιατικού τύπου ιδεώδη του κ. Γεωργιάδη, ο οποίος θα τα χαζεύει από τη βιτρίνα του καταστήματός του, ονειροπολώντας κόσμους νέους. Και οποία ειρωνεία, οι ειδικές δυνάμεις καταστολής, στην προστασία των βιβλίων και της γνώσης …
Είναι όμως φανερό ότι, όσο περνάει ο καιρός, αυτό που είχε μόλις ξεμυτίσει, παγιώνεται πλέον ως ζοφερή πραγματικότητα: η πόλη μας μετατρέπεται σιγά σιγά σε κατεχόμενη ζώνη, γεμάτη νεοδιόριστους κρατικούς υπαλλήλους της βίας και (το συνηθέστερο) της απραγίας. Αυτό που στην Αμερική σηματοδοτήθηκε με την πτώση των δίδυμων πύργων και τον φόβο των ισλαμιστών, στην Ελλάδα γίνεται με το άλλοθι του φλεγόμενου Πολυτεχνείου και των υπεράνω συλλήψεως κουκουλοφόρων (τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών). Μια πρόγευση άλλωστε από τη νέα εποχή της απροκάλυπτης κρατικής επιβολής μας επιφύλαξε ο ‘σύγχρονος θεσμός’ της δημοτικής αστυνομίας: της είπαν να βάλει το χακί (και το ‘βαλε), μα της είναι βάσανο οι αρβύλες (σαν κόβει τις κλήσεις, γιατί τίποτα άλλο δεν κάνει).
Και είναι η πρώτη φορά μετά την πτώση της χούντας που στους δρόμους της Αθήνας βρίσκονται τόσοι ένστολοι με τα όπλα στη μασχάλη, όχι λόγω έκτακτων γεγονότων, αλλά ως παγιωμένη, καθημερινή κατάσταση. Κι ενώ, ακόμη και στα σκληρά χρόνια της δικτατορίας, οι αστυνομικές δυνάμεις διατηρούσαν την εμφάνιση των ‘επιτηρητών της πόλης’, φορώντας τις κλασσικές αστυνομικές στολές τους, η εικόνα που παρουσιάζουν οι σύγχρονοι ‘ράμπο’ του υπουργείου δημοσίας τάξεως θυμίζει περισσότερο πολεμικά μέτωπα και στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Εικόνα αποκαρδίωσης και εικόνα ντροπής για την Αθήνα του 2007, στην οποία γεννήθηκε και άκμασε κάποτε η δημοκρατία. Όσο παρωχημένο και γραφικό κι αν ακούγεται πλέον αυτό…
Ροζίτα Σπινάσα

Η αριστερή είναι πραγματική. Είναι μια μονάχα, ενδεικτική, από τις πολυάριθμες που κυκλοφορούν στο δίκτυο και αφορούν στην ετήσια σφαγή που λαμβάνει χώρα στον Καναδά. Υπάρχουν και άλλα τόσα βίντεο. Κι εκεί να δεις τι γίνεται και πώς μπροστά στην κινούμενη εικόνα παθαίνεις σοκ. Από στοιχεία του I.F.A.W. (International Fund for Animal Welfare) σχεδόν το 95% των φωκιών που σκοτώνονται είναι μικρότερες των τριών μηνών. Η εποχή, βεβαίως, που ο άνθρωπος από τροφοσυλλεκτική ανάγκη γινόταν κυνηγός έχει περάσει. Εδώ και χιλιάδες χρόνια. Τα περισσότερα από αυτά τα συμπαθή ζώα που σκοτώνονται στις μέρες μας, γδέρνονται και μετά πετιούνται. Η ανάγκη επιβίωσης (που θέλουμε να γίνεται και ανάγκη φύσης, αμ δε!) έχει εκλείψει για να αιτιολογήσει το μαζικό του αιματοκυλίσματος. Το υπόβαθρο του γιατί κάτι τέτοιο συνεχίζει στις μέρες μας πρέπει να ψαχτεί και πάλι στο βιομηχανικό κέρδος, αυτό που εξευγενισμένα πλέον το αποκαλούμε εμπόριο, μια λέξη όμως που υπεκφεύγει τεχνηέντως και εσκεμμένα να περιγράψει τον όλο παραλογισμό.
Υπάρχει, φυσικά, και μια άλλη διάσταση, παράλληλη. Εκεί δαγκώνεις τη γλώσσα σου. Μια βόλτα στα φωτογραφικά αρχεία στη σχετική σελίδα του περιοδικού http://www.liberation-mag.org.uk, γεμάτα από φρικαλέες εικόνες πειραματόζωων, είναι πολύ πιο ανατριχιαστική από το κάθε επί τούτου ή δήθεν θρίλερ με αρρωστημένους χασάπηδες-επιστήμονες και εργαστήρια θανάτου. Τροφή για περαιτέρω σκέψη; Ίσως, μην τα μπερδέψουμε όμως τώρα.
Η φωτογραφία δεξιά είναι από μια καμπάνια του Humans for Animals (διατηρεί και σχετικό ηλεκτρονικό τόπο), με γενικό τίτλο “Don’t Treat Others The Way You Don’t Want To Be Treated”, την οποία πολύ επιτυχημένα επιμελήθηκε η παριζιάνικη TBWA, σε φωτογράφηση του Yann Robert. Με σκοπό να αφυπνίσει, να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη, μπας και μπει τελικά ένα φρένο στη δολοφονική τρέλα. Σε κάποια στιγμή, τόσο αυτή η φωτογραφία, όσο και άλλη μια με δύο πιθήκους να τρώνε ανθρώπινα μυαλά (!), έκαναν το γύρο μέσω e-mails, μπήκαν σε posts διάφορων weblogs, δεχόμενες αντιφατικά σχόλια, όπως είχε γίνει κάποτε με εκείνες τις διαφημίσεις της Benetton. Πολύ δύσκολα, πάντως, θα μπορέσουν όλα αυτά να αποτρέψουν το μοιραίο και φέτος.
Δεν είμαι μια άλλη Brigitte Bardot, ούτε κάποιος άλλος επώνυμος που στήνει ολόκληρες συνεντεύξεις τύπου μ’ αυτό το θέμα. Απλά ξύπνησα σήμερα το πρωί, άνοιξα τα μάτια μου και μόλις το τοπίο ξεθόλωσε και είδα το ταβάνι, μου ήρθε να βγάλω μια κραυγή τέτοια που να το κάνει θρύψαλα.
Μερικές φορές οι χειρότεροι εφιάλτες είναι δίπλα μας και έχουν στην ούγια ένα ξεκάθαρο, ωμό όσο και οι παραπάνω φωτογραφίες, “made in humanity”.
Σου ‘χει συμβεί και σε σένα. Θυμάσαι;
Πάνος Πανότας

Το ‘πάθος για δουλειά’, μια διανοητική διαστροφή κατά τον Λαφάργκ, που επιβλήθηκε από την καπιταλιστική παραγωγή και τη ‘συνάδελφο’ αστική ηθική, και υποβιβάζει την ίδια την ανθρώπινη φύση, σήμερα έχει γίνει και πάλι απόλυτα επίκαιρο. Αυτή τη φορά όμως δεν συναντάται στην παραδοσιακή εργατική τάξη, αλλά στο σύγχρονο προλεταριάτο των πτυχιούχων κυνηγών της καριέρας. Επιχρυσωμένη εύκολα με το glamorous καρότο της οικονομικής και κοινωνικής επικράτησης, η δουλειά έπαυσε να αποτελεί το μέσο, αλλά έγινε η ίδια αυτοσκοπός για τον σύγχρονο υπάλληλο - ‘στέλεχος’ της ιδιωτικής οικονομίας.
Πόσο εύκολα καταργήθηκε η έννοια της υπερωρίας, για το νέο εργατικό δυναμικό της κοινωνίας των άυλων υπηρεσιών, με το απλό παραμύθι της ‘άνω του μέσου όρου’ θέσεως στην εταιρία! Με μισθούς λίγο πάνω του μετρίου, οι νέοι δουλεύουν αδιαμαρτύρητα από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, και το παράδοξο, παινεύονται κιόλας γι’ αυτό. Γιατί η ποσότητα της εργασίας είναι πλέον συνώνυμο της προσωπικής αξίας και επιτυχίας. Όσο πιο πολύ δουλεύεις, τόσο περισσότερο ικανός και περιζήτητος θεωρείσαι. Έτσι, η επαγγελματική ζωή τείνει να απορροφήσει και την κοινωνική ζωή του εργαζόμενου, αφού σε αυτήν θεωρεί ότι μπορεί πλέον να βρει όλα όσα χρειάζεται. Πόσο επιτυχημένο το κόλπο, για την επιχείρηση, να μην θέλει καν ο εργαζόμενος να γυρίσει στο σπίτι του!
Γι’ αυτό και όλοι σήμερα, ‘υψηλόβαθμα στελέχη’, αλλά και ελεύθεροι επαγγελματίες στον στίβο του ανταγωνισμού, γκρινιάζουν υπερήφανα για την απίστευτη δουλειά που δεν τους αφήνει να ανασάνουν, για τις άπειρες ώρες που περνούν σκυμένοι πάνω στα χαρτιά τους, για τα άγρια μεσάνυχτα που άφησαν το γραφείο τους. Ασχέτως βέβαια αν τον μισό από το χρόνο τους τον πέρασαν σερφάροντας στον υπολογιστή τους ή αν το lunch break κράτησε για πολλές ώρες. Γιατί αυτό που έχει πραγματικά σημασία δεν είναι τόσο η απασχόληση καθεαυτή, αλλά η εντύπωση του πολυάσχολου.
Γι’ αυτό και κοιτούν καχύποπτα όποιον δεν υποτάσσεται στους νόμους της υπερεργασίας, πραγματικής ή και προσποιητής, αλλά προσπαθεί να διασώσει τον απαραίτητο ελεύθερο χρόνο, τη μόνη διέξοδο για μια ζωή προσωπική και ποιοτική. Γιατί, σύμφωνα με τα νέα κριτήρια που έξυπνα επιβλήθηκαν από τους ‘καρπωτές της υπερεργασίας’ εργοδότες, η προσωπική ζωή είναι περιττή έννοια, αφού τα πάντα σήμερα τα προσφέρει ο σοφά σχεδιασμένος χώρος εργασίας: Χρήματα, φίλους, διασκέδαση, όραμα.
Στον ίδιο τους τον λάκκο έχουν όμως πέσει και τα λεγόμενα ‘αφεντικά’, οι επιχειρηματίες που ασθμαίνουν στην υπηρεσία του πανταχού παρόντος και τα πάντα πληρούντος κεφαλαίου: μπορεί τα οικονομικά τους κίνητρα να είναι αυξημένα, βρίσκονται όμως και αυτοί κάτω από τον high ζυγό της ασταμάτητης δουλειάς, ή μάλλον μπίζνας στην δική τους περίπτωση.
Το θέμα όμως είναι, όταν έρθει η ώρα της προσωπικής κρίσεως, και η επίπλαστη λάμψη της επαγγελματικής κούρσας σβήσει, αφήνοντας πίσω το πραγματικό της, σκοτεινό και αμείλικτο πρόσωπο, να μην είναι πολύ αργά. Γιατί με τα νέα εξαντλητικά ωράρια στους χώρους εργασίας, οι ημέρες, οι μήνες και τα χρόνια περνούν επικίνδυνα γρήγορα. Κι επικίνδυνα επιπόλαια.
Ας δώσουμε λοιπόν όλοι μας μια ευκαιρία στο ‘δικαίωμα στην τεμπελιά’, στο ‘δικαίωμα στον εαυτό μας’ για την ακρίβεια. Και ας μην ξεχνάμε ότι, κατά περίεργο, αλλά όχι και ανεξήγητο τρόπο, όσο πιο πολύ δουλεύουμε, τόσο περισσότερο τα έξοδά μας υπερσκελίζουν τα έσοδα!
Ροζίτα Σπινάσα
Τα πράγματα τα παίρνουμε πάντα στη μέση, ούτε στην αρχή ούτε στο τέλος. Δεν είναι δικό μου αυτό. Είναι σύμφωνα με τον Gilles Deleuze. Βέβαια, ο άνθρωπος αρχιτέκτονας ήτανε και για άλλα πράγματα μιλούσε. Το να προεκτείνει αυτή του τη σκέψη κι έξω απ’ τα χωράφια της μηχανικής δεν ήταν προτεραιότητά του. Ωστόσο, εγώ, αναλογιζόμενος το τι γίνεται με την επικαιρότητα εντός των συνόρων αυτής της χώρας, και ιδίως με τη διαχείρισή της (αυτό είναι το αιωνίως ζητούμενο), δε μπορώ, θα την τραβήξω την μονοκοντυλιά.
Όλα, λοιπόν, τα «θέματα» μάς τα δίνουν απ’ τη μέση και μόλις τα πάμε λίγο παρακάτω μας τα αντικαθιστούν με άλλα, πάλι απ’ τη μέση. Την αρχή και πόσο μάλλον το τέλος των περισσότερων δεν τα μαθαίνουμε ποτέ. Σχεδόν, δηλαδή.
Θέλετε απτά παραδείγματα; Πριν φτάσουμε κάπου που να έχουμε καταλάβει το τι παίχτηκε με τους φόνους των κυνηγών μάς εκτρέψανε στα σάπια και σκουληκιασμένα τρόφιμα, ένεκα εορτών, ασφαλώς. Δεν καταλήξαμε πουθενά, πάλι στη μέση μάς άφησαν, διότι μετά το μενού σοβάρεψε με τις αναβολές «μαϊμού» από το στρατό και τα απολυτήρια κατά παραγγελία. Ο ντόρος άγγιξε το μέγιστο αλλά από ονόματα επί μέρες δεν ακούσαμε κανένα. Και μόλις ήταν να τα ακούσουμε μας άλλαξαν πάλι θέμα με το τρομοκρατικό χτύπημα. Για το τελευταίο, αν θέλει κανείς να κάνει όντως ζημιά καλλίτερα πλέον να στέλνει καμιά κινέζικη καφετιέρα πεσκέσι παρά ρουκέτα!
Η θλιβερή διαπίστωση είναι δυστυχώς ότι διαπίστωση δεν υπάρχει. Ότι μέσα στο σύστημα των Μ.Μ.Ε. a priori δε νοούνται τελικά συμπεράσματα, σπανίως φτάνουμε σε καταλήξεις. Αντ’ αυτού, όλα στήνονται και καταναλώνονται τάχιστα, άντε το πολύ εντός 2-3 ημερών, όπως το φρέσκο γάλα, γιατί κι εκεί η πολύκροτη υπόθεση ούτε που ξέρουμε λίγους μήνες μετά που κι αν έφτασε κάπου. Τα νήματα είναι κερδοσκοπικά και με τέτοιο τρόπο εκπέμπει ο πομπός, πουλιέται ο χρόνος και χειραφετείται (sorry, εξαπατάται είναι η ορθή λέξη) ο «ανοιχτός» δέκτης. Εκεί, όμως, που όλοι οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι μιλάνε για «τηλεοπτικό» χρόνο, ο δέκτης μιλάει για πραγματικό, για χαμένη ζωή. Αυτή είναι η διαφορά. Ότι σε κάθε περίπτωση το θύμα είναι ένα και το ίδιο.
Είναι μια σύγχρονη νόσος τελικά το να ζεις θες δε θες με τα «γεγονότα» σε αποσπάσματα. Για το μοναδικό που πιθανόν να ξέρει κάποιος την αρχή και ενίοτε να βλέπει το όποιο τέλος είναι η δική του ζωή. Όλων των υπολοίπων, των γειτόνων, της κοινωνίας που ζει, της πόλης που μένει του τα πλασάρουν οι άλλοι, οι απ’ έξω, από δεύτερο χέρι. Συγκεχυμένα, σχετικά, ανακόλουθα, όπως τους συμφέρει.
Όταν εκείνη η μουσίτσα της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο Theodor W. Adorno έγραφε πριν δεκαετίες, στον προηγούμενο αιώνα, την «Θεωρία της Ημιμόρφωσης» έκανε ολόκληρη ανάλυση για έννοιες και καταστάσεις που σήμερα ήρθαν μόνες τους σαν ώριμο φρούτο. Και βασικά για την παιδεία μιλούσε, τι άλλο;
Εν κατακλείδι, δεν πρέπει να υπάρχει σήμερα μεγαλύτερη αυταπάτη απ’ την ελευθερία. Να, κι εγώ τώρα, ας πούμε, δεν θέλησα να την κλείσω εντός εισαγωγικών, την ήθελα ακέραια. Άραγε, πόσο ονειροπόλος είμαι που την πιστεύω ακόμα;
Πάνος Πανότας
Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου ένα DVD, όχι επίσημη κυκλοφορία αλλά bootleg, από αυτά που κυκλοφορούν σωρηδόν στα μικρά ηρωικά δισκοπωλεία των Εξαρχείων. Μεταξύ άλλων στιγμιοτύπων από την ...πλειστόκαινο περίοδο της εγχώριας underground σκηνής, είχε και κάποια αποσπάσματα από μια συναυλία των South of No North από το Ρόδον. Εποχή: 1989. Η έκπληξη πια ήταν; Η εικόνα ήταν από μετάδοση της ...ΕΡΤ! Ναι, εκείνης της αμαρτωλής ΕΡΤ, της διαπλεκόμενα συνουσιαζόμενης με την εκάστοτε κυβέρνηση, αυτής που είχε προϊστάμενο έναν τύπο ο οποίος απειλούσε να ...καταρρίψει τους δορυφόρους που μετέδιδαν τα ξένα τηλεοπτικά δίκτυα στην Ελλάδα! Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, τα μονοπώλια έπεσαν, και η «ελευθερία» της αγοράς επικράτησε πανηγυρικά. Κατακαημένη ελευθερία... Μήπως αυτή η σημερινή ελευθερία συνίσταται απλώς στην «πολυφωνία» των κομμάτων στις προεκλογικές περιόδους (το κλασικό πεντάλεπτο), στην ελευθερία να επιλέξεις μεταξύ των ρεμπέτικων κομπανίων της Μπήλιως και των «ακαδημαϊκών» σκυλάδικων των ιδιωτικών καναλιών (γιατί δεν τα λένε και αυτά μη-κρατικά όπως τα «πανεπιστήμια» που ετοιμάζονται να πλασάρουν;), στην ελευθερία του τζόγου (προς θεού, όχι στα φρουτάκια ε;), στην ελευθερία της πληροφόρησης για τα συμβαίνοντα στον κόσμο όπου η γέννηση ενός χαριτωμένου πάντα σε κάποιον ζωολογικό κήπο είναι πιο σημαντική από έναν πόλεμο (εκτός αν τον κάνουν οι κακοί Αμερικάνοι, οπότε πουλάει)... Μήπως βιώνουμε ένα καθεστώς βελούδινου φασισμού και πολιτιστικής μονοκαλλιέργειεας; Και μήπως τελικά «πολυφωνία» σημαίνει πολλές φωνές να άδουν στον ίδιο σκοπό;
Αντώνης Ξαγάς

Η επιβολή του νικητή. Η διαπόμπευση. Ο εξευτελισμός. Το συνοπτικό της διαδικασίας. Αυτά είναι που έμειναν ίδια κι απαράλλαχτα. Μονάχα που τώρα δεν σέρνουν το πτώμα πίσω από άρματα, ούτε το αφήνουν να σαπίσει κρεμασμένο στις πλατείες και να το τρώνε τα όρνια. Η τηλεοπτική εκμετάλλευση λειτούργησε ως γέφυρα με τη σημερινή εποχή. Τις αντιφάσεις του σύγχρονου πολιτισμού, παρόλα αυτά, τίποτα δε μπορεί να τις καλύψει.
Οι γκροτέσκο εκτελέσεις στην αγχόνη με κουκουλοφόρους δήμιους, η προεδρική χάρη σε γαλοπούλες και η έρευνα για νερό στον Άρη δύνανται να συμβούν με διαφορά ημερών, όπως περίπου κι έγινε. Τόσο έχει ανοίξει η ψαλίδα του οξύμωρου πλέον. Τόσο έχει αυξηθεί η εσωτερική εντροπία της ανθρώπινης κοινωνίας. Τόσο κοντά έχουμε φτάσει στη σχιζοφρένεια, ώστε η καταδίκη και ο απαγχονισμός του Saddam Hussein να πάνε πακέτο με τη στιγμή που ολόκληρος ο πλανήτης ετοιμάζεται μες στην τρελή χαρά να γυρίσει τον χρόνο. Ήταν το εσπευσμένο κλείσιμο μιας εκκρεμότητας της τελευταίας ώρας.
Αν περάσει κανείς μια βόλτα από το YouTube και τραβήξει τα κάμποσα βίντεο της εκτέλεσης που κυκλοφορούν θα καταλάβει και κάτι άλλο: ότι η παρακμή έχει πια διασπαρθεί, έχει γίνει κάτι συλλογικό. Είναι πολύ μεγαλύτερη από το συγκεκριμένο το γεγονός καθαυτό. Πιάνει όσους τραβούσαν με το κινητό τις σκηνές, αυτούς που τις διένειμαν, αυτούς που τις ανέβασαν στο διαδίκτυο, αυτούς που τις πρόβαλαν στους τηλεοπτικούς σταθμούς, αυτούς που σώας τας φρένας επιλέγουν να τις δουν και να τις προωθήσουν σε φίλους και γνωστούς. Υποσυνείδητα, οι εγκεφαλικές λειτουργίες είναι ακριβώς οι ίδιες με εκείνων που στήνουν reality games όπου ο διαγωνιζόμενος τρώει αληθινά σκατά… live και συνάμα όλων όσων τα παρακολουθούν απ’ τον καναπέ τους τρώγοντας πίτσα από delivery!
69 χώρες ανέφερε το σχετικό άρθρο της «Ελευθεροτυπίας» διατηρούν ακόμα τη θανατική καταδίκη δια νόμου. Οι υπόλοιπες τη «διατηρούν» άτυπα. Όσο επιτρέπουμε να συμβαίνουν τέτοια ντροπιάσματα, κλείνουμε τα μάτια και τα αυτιά, όλοι εμείς οι υπεράνω υποψίας πολιτισμένοι ευρωπαίοι συμμετέχουμε στο παιχνίδι. Ο ρόλος μας απλά είναι διαφορετικός, όχι η ουσία.
Βέβαια, εμείς μιλάμε εκ του ασφαλούς, έχουμε το άλλοθι ότι ο Slobotan Milosevic τα τίναξε στο κελί του πριν ακούσει τη δικαστική απόφαση. Η βιολογία μας έβγαλε τρόπο τινά από τη δύσκολη θέση να μας τον ζητούν προς έκδοση και άλλα τέτοια απευκταία. Και ας είδαμε όλοι (και αυτό μόλις τον περασμένο μήνα ήταν) έναν άλλο ομοειδή, τον Augusto Pinochet, να πεθαίνει σε βαθιά γεράματα και ας ήταν αυτός που κατ’ εντολή εξαφάνισε χιλιάδες. Αυτόν τον ανεχτήκαμε γιατί τον ανέχτηκε πρώτα ο «νικητής». Επειδή του έδωσε «χάρη». Γιατί αυτός «άξιζε» όσο μια γαλοπούλα, όχι αστεία.
Πάνος Πανότας

Για όλους αυτούς το event είναι πρακτικά ανάξιο, πρακτικά συμβολικό. Κρατάνε πρωτίστως και μονάχα την ελπίδα, την εσωτερική ενδυνάμωση, το κουράγιο να ξεκινήσουν σ’ έναν καινούργιο χρόνο γεμάτο με τον ίδιο καθημερινό αγώνα όπως όλοι οι προηγούμενοι. Νοιώθω ότι τις θερμότερες ευχές αυτή τη μέρα τις χρειάζονται όλοι όσοι δεν έχουν τίποτα και κανέναν. Οι απομονωμένοι και ξεχασμένοι μιας κοινωνίας που στολίζεται και βάζει τα γιορτινά της, αλλά δε μπορεί (ποτέ δε μπόρεσε, δηλαδή) να κρύψει τις δυο της ταχύτητες πίσω απ’ τα στολίδια και τις φωτισμένες βιτρίνες. Ό,τι καλύτερο, λοιπόν, στους αμέτρητους εκεί έξω που ξέρω καλά πως δεν έχουν την πολυτέλεια να με διαβάζουν αυτή τη στιγμή, αλλά που εγώ τους συναντώ σε κάθε μου γύρα. Ονόματα δεν ξέρω, αν ήξερα θα τους ευχόμουν ονομαστικά. Λέω, ωστόσο, ότι γνωρίζω τις γενικότερες λέξεις, αυτές που πιάνουν και μερικές φορές πονάνε περισσότερο απ’ το σωματικό πόνο. Κι αυτές θα αναφέρω.
σε όλους τους μετανάστες που ο τροχός της ζωής τους έκανε γείτονές μου,
στους άπορους που περιμένουν στην ουρά τα συσσίτια των δήμων,
στα ορφανά, σε ιδρύματα, στους δρόμους, οπουδήποτε,
στους ανθρώπους που δίνουν τέτοιες μέρες τη μάχη για τη ζωή τους και που αντιλαμβάνονται περισσότερο από μένα που έκοψα τη βασιλόπιτά μου τη σχετικότητα και τη ματαιότητα του χρόνου,
σε όσους έχασαν δικούς τους ανθρώπους και νοιώθουν το δυσαναπλήρωτο κενό των γιορτινών στιγμών, το οποίο δεν γεμίζει ούτε με χειραψίες, ούτε με φιλιά, ούτε με τίποτα,
στους χιλιάδες εξαρτημένους,
στους ακόμη πιο πολλούς άνεργους, αυτούς που περιμένουν για ένα επίδομα ανεργίας εξευτελιστικό,
στους πάμπολλους άλλους που δε μπορώ να σκεφτώ αυτή τη στιγμή…
Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο. Κάτι που πηγάζει από κείνη την ρημάδα την «πυραμίδα των αναγκών» του Abraam Maslow. Λέει πως όταν ο άνθρωπος καλύψει τις φυσιολογικές του ανάγκες στο χαμηλότερο επίπεδο (μαμ, νάνι κ.τ.λ.) και αρχίζει μετά να ζητάει άλλα πράγματα, ταυτόχρονα τα περιθώρια στενεύουν και η πλήρωση γίνεται μια υπόθεση που δυσκολεύει δυσανάλογα. Γι’ αυτό και για την πλειονότητα των εχόντων, που η βουλιμία τους δε χορταίνει, η «κορυφή» της πυραμίδας μοιάζει ομιχλώδης κι απάτητη.
Το αίσθημα ότι αυτά που έχω μου αρκούν, ότι δεν θέλω πλεονάσματα είναι σαν την «Ιθάκη» του Κ. Π. Καβάφη. Είναι σα να μιλάς για την αυτοϊκανοποίηση την αυτοπραγμάτωση, την αυτογνωσία, αλλά πολύ δε περισσότερο για την αυτοεκτίμηση (συλλαβίστε την α-ρ-γ-ά).
Τρελός δεν είμαι, αλλά να, ξυπνάω το πρωί και έχω επί του παρόντος τα κότσια, τα αποθέματα, να μου λέω «Καλημέρα». Να μην είμαι μίζερος ξεκινώντας απ’ τον ίδιο τον εαυτό μου.
«Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε».
Αυτή είναι η καλύτερη ευχή που μπορώ να σας δώσω.
Καλή χρονιά σ’ όλους και πάνω απ’ όλα με υγεία!
Πάνος Πανότας
Twitter Updates
Archives
- June (2)
- February (1)
- June (2)
- May (4)
- April (4)
- March (4)
- February (4)
- January (1)
- December (3)
- November (4)
- October (1)
- June (3)
- May (3)
- April (2)
- March (4)
- February (3)
- January (4)
- December (3)
- November (3)
- June (3)
- May (4)
- April (3)
- March (4)
- February (7)
- December (4)
- November (3)
- October (1)
- June (2)
- May (3)
- April (4)
- March (5)
- February (4)
- January (3)
- December (4)
- November (4)
- October (2)
- March (1)
- February (4)
- January (4)
- December (4)
- November (4)
- October (3)
- June (4)
- May (4)
- April (5)
- March (3)
- February (4)
- January (3)
- December (4)
- November (4)
- October (3)
- July (2)
- June (4)
- May (4)
- April (3)
- March (5)
- February (4)
- January (3)
- December (3)
- November (5)
- October (4)
- July (1)
- June (4)
- May (4)
- April (3)
- March (3)
- February (5)
- January (3)
- December (4)
- November (5)
- October (5)
- July (2)
- June (4)
- May (4)
- April (4)
- March (4)
- February (5)
- January (4)
- December (5)
- November (4)
- October (4)
- September (1)
- July (3)
- June (3)
- May (5)
- April (4)
- March (3)
- February (4)
- January (4)
- December (6)
- November (4)
- October (4)
- March (4)
- February (3)
- January (4)
- December (3)
- November (4)
- October (5)
- September (2)
- July (2)
- June (4)
- May (5)
- April (3)
- March (3)
- February (5)
- January (3)
- December (4)
- November (5)
- October (3)
- September (2)
- July (4)
- June (5)
- May (4)
- April (4)
- March (6)
- February (4)
- January (4)
- December (4)
- November (5)
- October (4)
- September (5)
- July (4)
- June (5)
- May (4)
- April (7)
- March (5)
- February (5)
- January (4)
- December (5)
- November (5)
- September (1)
- July (2)
- June (3)
- May (1)
- April (2)
- March (1)
- February (1)
- January (3)
- November (1)
- October (1)
- July (1)
- May (1)
- March (3)
- February (2)
- January (2)
- December (1)
- November (4)
- October (5)
- September (11)
- August (7)
- July (13)
- June (15)
- May (11)
- April (14)
- March (22)
- February (8)
- January (8)
- December (10)
- November (10)
- October (17)
Links
- aliki's washing machine
- all gone
- alt. rock & indie music
- back to mono
- bug in the city
- fantastikoi hxoi
- gatouleas
- gsus_saved
- human traffic
- ibis
- indictos
- lkrory21
- lost bodies
- monsieur hulot
- mouxlaloulouda
- music comma
- music will save us all
- musica-re
- narita
- orphan drugs
- silent crossing
- songs for my funeral
- sonic death monkey
- sound injections
- soundeyet
- stereonova
- tam tam radio
- we are the music makers
- άκου αυτό
- άσματα και μιάσματα
- ακραία μουσικά φαινόμενα
- εδώ λιλιπούπολη
- λευκός θόρυβος
- το σπίτι με τα παράξενα
- φιξ καρέ




